Ιατρική αμέλεια – Ευθύνη οργάνων Ν.Π.Δ.Δ.

Ιατρική αμέλεια – Ευθύνη οργάνων Ν.Π.Δ.Δ.

Ιατρική αμέλεια – Ευθύνη οργάνων Ν.Π.Δ.Δ. (Απόφαση 693/2016 Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης – αδημοσίευτη)

 

Αριθμός απόφασης 693/2016

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Β’ ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2015 με την εξής σύνθεση: Βασίλειος Πανταζόπουλος, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ., Ζαχαρίας Λαμπρινός-Εισηγητής και Χριστίνα Ιωσηφίδου, Εφέτες Δ.Δ. Ως Γραμματέας έλαβε μέρος η δικαστική υπάλληλος Μαρία Παντέκη.

Για να δικάσει την έφεση με ημερομηνία κατάθεσης 18.11.2014,

1) του Θ. Γ. του Α., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπείται από τη δικαστική συμπαραστάτρια και σύζυγό του Α. Μ. του Ν., σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 20.431/2010 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).

2) της Α. Μ. του Ν., συζ. Θ. Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ατομικά. Παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας,

Κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ», που εδρεύει στην Εξοχή Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του. Παρέστη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Χριστοδουλοπούλου.

Με την έφεση αυτή οι εκκαλούντες επιδιώκουν την εξαφάνιση της 2236/2014 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το βλαπτικό της μέρος.

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το Δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εκκαλούντων, ο οποίος ζήτησε την αποδοχή της έφεσης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, χωρίς τη συμμετοχή της Γραμματέως, που δεν κρίθηκε αναγκαία, και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα.

Σκέφθηκε κατά το Νόμο.

1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (ειδικά έντυπα … και … Α’ σειράς) ζητείται η εξαφάνιση της 2236/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το βλαπτικό για τους εκκαλούντες μέρος. Με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού συνεκδικάστηκαν οι με χρονολογία κατάθεσης 22.6.2012 και 29.8.2012 (δύο) κοινές αγωγές των εκκαλούντων (συζύγων), αφενός μεν απορρίφθηκαν οι εν λόγω αγωγές, κατά το μέρος που ασκήθηκαν από την σύζυγο του εκκαλούντος, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, αφετέρου δε έγιναν εν μέρει δεκτές, κατά το μέρος που ασκήθηκαν από τον εκκαλούντα και υποχρεώθηκε το ήδη εφεσίβλητο Νοσοκομείο να καταβάλει νομιμοτόκως σ’ αυτόν, το συνολικό ποσό των 652.630 ευρώ (585.871+980+38.738+27.041 ευρώ), ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, κατά τα άρθρα 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., που υπέστη εξ αιτίας παράνομων πράξεων και παραλείψεων ιατρικών οργάνων του εφεσιβλήτου που προκάλεσαν σωματική βλάβη του, καθώς και α) το ποσό των 100.000 €, ως αποζημίωση κατ’ άρθρο 931 του Α.Κ., λόγω διαρκούς σωματικής του αναπηρίας και β) το ποσό των 100.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης κατ’ άρθρο 932 του Α.Κ., από την ίδια αιτία και συνολικά ποσό 852.630 ευρώ (652.630 + 100.000 + 100.000 ευρώ). Ειδικότερα, σύμφωνα με το διατακτικό της εκκκαλουμένης απόφασης υποχρεώθηκε το εφεσίβλητο Νοσοκομείο να καταβάλει στον εκκαλούντα α) όσον αφορά το ποσό των 418.321 ευρώ σε εφάπαξ κεφάλαιο νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως, εκ του οποίου το μεν ποσό των 200.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 22.6.2012 έως την ολοσχερή εξόφληση, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 218.321 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 30.8.2012 έως την ολοσχερή εξόφληση και β) όσον αφορά το ποσό των 434.309 ευρώ σε εξήντα τέσσερεις (64) μηνιαίες δόσεις των 6.786 ευρώ καταβλητέες την 1η ημέρα κάθε μήνα από 1.9.2012 έως 31.12.2017, νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως από το ληξιπρόθεσμο της κάθε δόσης έως την ολοσχερή εξόφληση αυτής. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της εφέσεως αυτής και ενόψει του ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νόμιμης και εμπρόθεσμης ασκήσεώς της, την κρίνει τυπικά δεκτή και προχωρεί στην ουσιαστική της εξέταση, μόνον ως προς τον εκκαλούντα, δοθέντος του ότι η εκκαλούσα σύζυγός του, ως τρίτη, εμμέσως ζημιωθείσα, δεν εδικαιούτο επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ορθώς εκρίθη από την εκκαλουμένη ότι δεν ενομιμοποιείτο ενεργητικά, σύμφωνα με το άρθρο 71 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και σε κάθε περίπτωση, δεν είχε επικαλεσθεί και δεν είχε προσκομίσει απολύτως κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί της καταστάσεως της ψυχικής της υγείας, προκειμένου να τεκμηριώσει ξεχωριστή ηθική βλάβη από τον εκκαλούντα.

2. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984» Α’ 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …», στο δε άρθρο 106 αυτοί) ορίζεται ότι «Οι διατάξεις των δύο προηγουμένων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή τον υπηρεσιών νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (Α.Ε.Δ. 5/1995, Σ.τ.Ε. 2669/2015). Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (Σ.τ.Ε. 2669/2015, 4133/2011 7μ.,1019/2008,2741/2007, 2796/2006 7μ.). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενεργείας του δημοσίου οργάνου και της επελθούσης ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία (Σ.τ.Ε. 2669/2015, 2668/2015, 332/2009 7μ.).

3. Επειδή, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ν. 3418/2005), που τέθηκε σε ισχύ στις 28.11.2005 και κατήργησε το ΒΔ 25.5/6.7.1955 (δηλαδή τον προϊσχύσαντα “Κανονισμό Ιατρικής Δεοντολογίας’’, «η άσκηση της ιατρικής είναι λειτούργημα που αποσκοπεί στη διατήρηση, βελτίωση και αποκατάσταση της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής υγείας του ανθρώπου, καθώς και στην ανακούφισή του από τον πόνο» κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου «το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης…». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 «Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» (Α’ 16), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 47 του Εισ.Ν.Α.Κ., «ο ιατρός οφείλει να παρέχη μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχυούσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγειών». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τα άρθρα 330, 652 και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ασθενής του από κάθε αμέλεια αυτού, ακόμη και ελαφριά, αν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτήν που αναμένεται από το μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του (Σ.τ.Ε. 572/2013, A.Π. 181/2011, 1362/2007).

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα ιατρικά έγγραφα της υπόθεσης, οι καταθέσεις των εμπλεκόμενων μερών κατά την προανάκριση και η σχετική 33.207/9.9,2013 απόφαση του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στο σώμα της οποίας παρατίθενται μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, οι καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, οι απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς και οι α) από 23.4.2013 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη της ιατροδικαστού Λ.-Κ. Κ. και β) από 6.3.2010 πραγματογνωμοσύνη του ιατρού νευρολόγου Η. Τ. (βλ. και φάκελο της αντίθετης έφεσης του εφεσίβλητου, επί της οποίας εξεδόθη ήδη η 514/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 20.11.2008 και ώρα 17.15′ ο εκκαλών Θ. Γ., 55 ετών (γεννηθείς την 9.2.1953), διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.) από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας “INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ-14° χιλ. Θεσσαλονίκης-Πολυγύρου”, όπου εργάζετο, στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (Τ.Ε.Π.) της Α’ Παθολογικής Κλινικής του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου με αναφερόμενη πάθηση «λιποθυμία-ωχρότητα- επιγαστρικό άλγος» (βλ. την με αριθμό πρωτ. 5.806/19.6.2009 βεβαίωση του Διευθυντή του Ε.Κ.Α.Β. Παραρτήματος Θεσσαλονίκης). Πρώτος επελήφθη του περιστατικού ο εφημερεύων ειδικευόμενος ιατρός (της παθολογίας) Κ. Μ., ο οποίος προέβη στη λήψη ιστορικού του ασθενούς από τον ίδιο τον ασθενή και τους συνοδεύοντες αυτόν, ήτοι την συνάδελφό του Γ. Β. και την σύζυγό του, κατά το οποίο (ιστορικό) αναφέρθηκαν τρία λιποθυμικά επεισόδια συνοδευόμενα από ζάλη και έντονη κοιλιαλγία, στη συνέχεια προέβη σε κλινική εξέταση αυτού, καθώς σε μέτρηση της πίεσης με ηλεκτρονικό πιεσόμετρο το οποίο έδειξε ΑΠ 90,9 και 46 και 83 σφύξεις. Όλες οι εξετάσεις έγιναν σε ύπτια θέση του ασθενούς, γιατί ήταν αδύνατον να σταθεί όρθιος ή έστω σε καθιστή θέση. Ακολούθως, ο προαναφερθείς ιατρός έδωσε εντολή για τοποθέτηση φλεβοκαθετήρα στον ασθενή, μέσω του οποίου του χορηγήθηκε ορός 1.000 ccnormal, ενώ του χορηγήθηκαν apotel, zantac και primperan, ως συμπτωματική αναλγητική αγωγή (βλ. αναγραφόμενα στο από 20.11.2008 φύλλο εισόδου ασθενούς στην Α’ Παθολογική Κλινική από το T.EJL). Επίσης, έδωσε εντολή για την διενέργεια αιματολογικών και βιοχημικών εξετάσεων. Τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων, με αναγραφόμενη ώρα διενεργείας 17.36′, ήταν όλα εντός των φυσιολογικών ορίων, ιδίως ως προς τις κρίσιμες τιμές των λευκών αιμοσφαιρίου (8.0 με φυσιολογικές τιμές 4,9 έως 10,8), του αιματοκρίτη (39 με φυσιολογικές τιμές 37,7 έως 47,9) και του αριθμού των αιμοπεταλίων (206 με φυσιολογικές τιμές 150 έως 350), ενώ τα ερυθρά αιμοσφαίρια ήταν 3,94 Μ/uL με φυσιολογικές τιμές 4,04 έως 5,48 (βλ. το από 20.11.2008 αιμοδιάγραμμα του ως άνω νοσοκομείου). Από δε τις βιοχημικές εξετάσεις προέκυψε ότι ο ασθενής είχε ζάχαρο 307 mg/dl με φυσιολογικές τιμές από 70 έως 115, ενώ κάτω από τις εξετάσεις υπήρχε η παρατήρηση «ΕΝΤΟΝΑ ΑΙΜΟΛΥΜΕΝΟΣ ΟΡΟΣ» (βλ. τις από 20.11.2008 βιοχημικές εξετάσεις με αναγραφόμενη ώρα διενέργειας 17.45′). Μετά δε τη λήψη των αποτελεσμάτων των ως άνω αιματολογικών εξετάσεων, ο ανωτέρω ιατρός Κ. Μ., έχοντας ήδη ενημερώσει για το συγκεκριμένο περιστατικό τον ειδικό ιατρό παθολόγο Α. Ζ., Αν. Διευθυντή Ε.Σ.Υ. και υπεύθυνο κατά τον κρινόμενο χρόνο του Τ.Ε.Π. της Α’ Παθολογικής Κλινικής του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου, συνέταξε παραπεμπτικό για τη διενέργεια ηλεκτροκαρδιογραφήματος, ακτινογραφίας θώρακος και κοιλίας (βλ. το από 20.11.2008 παραπεμπτικό ακτινολογικών εξετάσεων, σε συνδυασμό με το από 20.11.2008 φύλλο εισόδου ασθενούς στην Α’ Παθολογική Κλινική από τα Τ.Ε.Π.). Από δε την ακτινογραφία κοιλίας που έγινε όντας ο ασθενής σε ύπτια θέση, προέκυψαν τα ακόλουθα ευρήματα, με βάση το με ημερομηνία 20.11.2008 πόρισμα του διενεργούντος αυτού ακτινολόγου; «Μεγάλη διάταση ελίκων παχέος και λεπτού εντέρου. Ακτινοδιαφάνεια (ΑΡ) υποχονδρίου (μεγαλοσπληνία;)», στο δε μεταγενέστερο έγγραφο του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου με ημερομηνία 26.8.2009 αναφέρεται ότι “έγιναν ακτινογραφίες θώρακος και κοιλίας στις οποίες δεν καταγράφονταν σαφή ευρήματα συμβατά με οξεία κοιλία’’. Μετά ταύτα, ο ασθενής παρέμεινε στο Τ.Ε.Π. της Παθολογικής Κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου, όπου, κατόπιν συνεννόησης των πιο πάνω ιατρών, κλήθηκε από τον Κ. Μ. προσέλθει χειρουργός από το Τ.Ε.Π. της Χειρουργικής Κλινικής, προκειμένου να προβεί σε κλινική εξέταση του ως άνω ασθενή και χειρουργική εκτίμηση αυτού. Προς τούτο, περί ώρα 19.15 περίπου προσήλθε στο Τ.Ε.Π, της Παθολογικής Κλινικής ο Κ. Α., ειδικευόμενος ιατρός (της χειρουργικής), ευρισκόμενος στο πρώτο έτος της ειδικότητάς του, ο οποίος τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή εξυπηρετούσε τη λειτουργία του ιατρείου επειγόντων περιστατικών για το χειρουργικό τμήμα. Ο ιατρός αυτός προέβη σε εξέταση του ασθενούς, έχοντας μάλιστα υπόψη του τόσο τις αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις όσο και τις ακτινογραφίες θώρακος και κοιλίας και κατά την ιατρική του άποψη δεν διαπίστωσε περιστατικό οξείας κοιλίας ή άλλο χειρουργικό περιστατικό (βλ. αναγραφόμενο πόρισμα στο από 20.11.2008 φύλλο εισόδου ασθενούς). Στη συνέχεια, ενόψει του ότι ο ασθενής συνέχιζε να προβάλλει κοιλιακό άλγος αποφασίσθηκε η εισαγωγή του στην Α’ Παθολογική Κλινική, με διάγνωση εισόδου “επίμονο κοιλιακό άλγος” όπου και τελικά μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο περί ώρα 20.30 περίπου, για την παρακολούθηση της κλινικής του πορείας και τη διερεύνηση της αιτίας του κοιλιακού άλγους. Εκεί ανέλαβε το συγκεκριμένο περιστατικό ο εφημερεύων ειδικός ιατρός παθολόγος – Επιμελητής Α’ Ε.Σ.Υ.. Ν. Π., ο οποίος, αφού ενημερώθηκε για το ιστορικό του ασθενούς, προέβη σε κλινική εξέταση αυτού, κατά την οποία διαπίστωσε ότι αυτός είχε άριστο επίπεδο επικοινωνίας, όψη πάσχοντος (πόνος διάχυτος στην κοιλιά που δεν υποχώρησε παρά τη φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε στα Τ.Ε.Π., λεπτή εφίδρωση στο πρόσωπο, ελαφρά ταχύπνοια, ίσως σημεία αγγειοσύσπασης), φυσιολογικό εντερικό περισταλτισμό με ευαισθησία στην εν τω βάθει ψηλάφηση της κοιλίας, πίεση 110/60 mm Hg, 98 σφύξεις το λεπτό και φυσιολογικό κορεσμό οξυγόνου 98%, Από το ιστορικό του ο ασθενής ανέφερε γαστροοισοφογική παλινδρόμηση με θολοπλαστική, χειρουργηθείσα βουβωνοκήλη και ευερέθιστο έντερο. Πέρα, όμως από τις ως άνω εξετάσεις ο ιατρός Ν. Π. έλεγξε τον ασθενή για ορθοστατικά φαινόμενα και διαπίστωσε ότι “κάνει” έντονη ορθοστατική υπόταση με ΑΠ 70/50 mm Ηg σε όρθια θέση. Έτσι, μετά ταύτα, ο ως άνω ιατρός, λαμβάνοντας υπόψη το πρόσφατο ιστορικό του ασθενούς, ήτοι τρία (3) λιποθυμικά επεισόδια που προηγήθηκαν το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, το επίμονο κοιλιακό άλγος και την ορθοστατική υπόταση, ζήτησε να γίνει με τη διαδικασία του κατεπείγοντος αξονική τομογραφία κοιλίας με χρήση γαστρογραφίνης για περαιτέρω διερεύνηση της κατάστασής του (βλ. το από 26.8.2009 ενημερωτικό έγγραφο της Α’ Παθολογικής Κλινικής). Ο ασθενής μεταφέρθηκε και πάλι από την Α’ Παθολογική Κλινική κοντά στον χώρο του Τ.Ε.Π. της Παθολογικής Κλινικής, όπου βρισκόταν ο αξονικός τομογράφος του νοσοκομείου και υποβλήθηκε στην άνω εξέταση, το πόρισμα της οποίας είχε ως εξής: «Πλήρης κατάληψη του επιπλοϊκού θυλάκου από επεξεργασία; η οποία ασαφοποιεί τον στόμαχο, την ουρά του παγκρέατος. Παρουσία ασκητικού υγρού περιηπατικά, στην αρ. παρακογική αύλακα και στον αριστερό παρανεφρικό χώρο. Μετά την ενδοφλέβια έγχυση σπαστικού δεν παρατηρείται εμπλουτισμός. Τα ως άνω ευρήματα συνηγορούν υπέρ αιμορραγίας. Απλές κύστεις ήπατος. Σπλην – επινεφρίδια – νεφροί: κφ. Φυσιολογικό εύρος κοιλιακής αορτής» (βλ. το από 20.11.2008 πόρισμα της ειδικής ακτινολόγου Μ. Π.). Μετά από αυτά και περί ώρα 22.00 περίπου, ο ασθενής μεταφέρθηκε στη Δ’ Χειρουργική Κλινική του νοσοκομείου, με διάγνωση «ενδοκοιλιακή αιμορραγία» ευρισκόμενος σε κατάσταση ολιγαιμικής καταπληξίας (βαρύ σοκ), όπου, αμέσως μετά την αρχική χειρουργική εκτίμηση από τον εφημερεύοντα ειδικό ιατρό χειρουργό Σ. Α. και τα πρώτα βήματα ανάνηψης (σε συνεργασία με τους αναισθησιολόγους) εισήχθη στο χειρουργείο, με απροσδιόριστη πίεση και 40 σφύξεις το λεπτό. Έτσι, ο ασθενείς υπό γενική αναισθησία υποβλήθηκε σε μέση υπερ-υποομφάλιο τομή σε ερευνητική λαπαροτομία, κατά την οποία διαπιστώθηκε αιμορραγία από την περιοχή των πυλών του σπληνός και εκτεταμένο αιμάτωμα στην περιοχή του ελάσσονος επιπλοοϊκού θυλάκου αλλά και του οπισθοπεριτοναϊκού χώρου. Έγινε σπληνεκτομή και packing της περιοχής της αιμορραγίας με χρήση κομπρεσών, εξαιτίας της διάχυτης αιμορραγίας λόγω διαταραχών του πηκτικού μηχανισμού (βλ. φύλλο αναισθησίας και δελτίο μητρώου χειρουργείου της 20.11.2008), ενώ χρησιμοποιήθηκαν δώδεκα (12) μονάδες ερυθρά και δώδεκα (12) μονάδες φρέσκο κατεψυγμένο πλάσμα (βλ. το από 25.09.2009 έγγραφο του Τμήματος Αιμοδοσίας του Νοσοκομείου). Στη συνέχεια, ο ασθενής οδηγήθηκε διασωληνωμένος στη μονάδα εντατικής θεραπείας, ενώ την επόμενη ημέρα χειρουργήθηκε και πάλι από τον ίδιο ως άνω χειρουργό (Σ. Α.) για αφαίρεση των κομπρεσών και εκ νέου έλεγχο της περιτοναϊκής κοιλότητας, η οποία παρέμεινε ανοιχτή για την αποφυγή του συνδρόμου ενδοκοιλιακού διαμερίσματος (βλ. φύλλο αναισθησίας και δελτίο μητρώου δεύτερου χειρουργείου της 21.11.2008). Στις 22.11.2008 ο ασθενής οδηγήθηκε για τρίτη φορά στο χειρουργείο για σύγκλειση του δέρματος του τραύματος, με σκοπό την αποφυγή ενδοκοιλιακής λοίμωξης (βλ. φύλλο αναισθησίας και δελτίο μητρώου τρίτου χειρουργείου της 22.11.2008). Η πορεία του ασθενούς σε ό,τι αφορά την κοιλιακή κοιλότητα και το χειρουργικό τραύμα δεν παρουσίασε επιπλοκές. Κατά τη νοσηλεία του ασθενούς στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας και κατόπιν εξετάσεων που εχώρησαν λόγω της αδυναμίας αφύπνισης με επαφή μετά τη διακοπή των καταστολών, αυτός υποβλήθηκε στις 28.11.2008 σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, από την οποία διαπιστώθηκαν πολλαπλές υπόπυκνες περιοχές mm αποδόθηκαν σε ανοξαιμία. Περαιτέρω, στις 12.12.2008 υποβλήθηκε σε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα με παθολογικά ευρήματα, ενδεικτικά διάχυτης εγκεφαλικής βλάβης, στις 16.12.2008 σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, τα ευρήματα της οποίας επιβεβαίωσαν εκείνα της αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, ήτοι «τα ευρήματα σε συνδυασμό με το ιστορικό (υποβολαιμία) συνηγορούν υπέρ εγκεφαλικών βλαβών οφειλόμενη σε υποξαιμία- υποβολαιμία» και στις 18,12,2008 σε ηλεκτρομυογράφημα, το οποίο ανέδειξε πολυνευροπάθεια, πιθανόν στα πλαίσια κρίσιμου νόσου (βλ. σχετικά πορίσματα). Σύμφωνα δε με την από 23.1.2009 ιατρική γνωμάτευση του Καθηγητή και Διευθυντή της Χειρουργικής Κλινικής Χ. Λ., που χορηγήθηκε για τον ασφαλιστικό φορέα του ασθενούς, ο τελευταίος έπασχε από «οξεία κοιλία, λιποθυμικό επεισόδιο (απότοκο οξείας ενδοκοιλιακής αιμορραγίας)» και ότι έχρηζε 24ώρης νοσηλευτικής φροντίδας με αποκλειστική αδελφή. Αμέσως μετά την έξοδό του από τη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας στις 16.2.2009 (βλ. εξιτήριο από το νοσοκομείο με αναφερόμενη διάγνωση «ενδοκοιλιακή αιμορραγία- εγκεφαλική υποξαιμία») ο ασθενής διακομίσθηκε στο κέντρο αποκατάστασης της Νευρολογικής Κλινικής “ΝeurologischeKlinikBad Aibling” της πόλης BadAibling της Γερμανίας, με εξαίρεση το διάστημα από 11.5.09 έως 20.5.09, κατά το οποίο νοσηλεύτηκε στην κλινική “KlinikFurPlastischeundHanddchirurgieAsthetischeChirurgiePIastischeBru stchirurgie στην πόλη VOGTAREUTH της ίδιας χώρας, όπου είχε μεταφερθεί προκειμένου να υποβληθεί σε πλαστική χειρουργική επέμβαση για αντιμετώπιση κατακλίσεων. Τόσο κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία όσο και μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα στις 29.10,2009, οπότε και εισήχθη στο Κέντρο Αποκατάστασης-Αποθεραπείας Θεσσαλονίκης «Η Αναγέννηση Α.Ε.», όπου και παρέμεινε ως τις 3.11.2010, διαπιστώθηκε εκ νέου ότι είχε υποστεί εκτεταμένη πολυεμφρακτική εγκεφαλοπάθεια, συνεπεία ολιγαιμικής – υποβολαιμικής καταπληξίας και ενδεχομένως και λόγω εμβολών, «εξαιτίας ρήξης ανευρύσματος της σπληνικής αρτηρίας και αθρόας ενδοπεριτοναϊκής (ενδοκοιλιακής) αιμορραγίας». Αναλυτικότερα, ο εκκαλών από την αφύπνισή του και εντεύθεν παρουσιάζει εκτεταμένες νεκρωτικές: στον εγκέφαλο, οι οποίες προκαλούν συρρίκνωση του εγκεφαλικού παρεγχύματος και δημιουργείται έτσι η εικόνα εκσεσημασμένης εγκεφαλικής ατροφίας. Επίσης, παρουσιάζει τετραπάρεση, δηλαδή αδυναμία των άνω και κάτω άκρων (ιδίως των κάτω) με μεγάλη έκπτωση της κινητικότητας, καθώς μπορεί να σηκωθεί από την κατακεκλιμένη θέση μόνο με τη βοήθεια άλλου ατόμου, ενώ δεν μπορεί να βαδίσει. Επιπλέον, παρουσιάζει απώλεια του ελέγχου των σφιγκτήρων, με απώλεια ούρων (φέρει μόνιμο κυστεουρητικό καθετήρα) και κοπράνων. Τέλος, παρουσιάζει διαταραχές του λόγου (αφασικές διαταραχές), με διαταραχή τόσο της εκφοράς όσο και της αντίληψης αυτού, διαταραχή της αντίληψης γενικότερα και ως εκ τούτου και της κρίσης, διαταραχή του προσανατολισμού σε τόπο και χρόνο, διαταραχή των ανωτέρω γνωσιακών (φλοιϊκών) λειτουργιών και διαταραχή της συμπεριφοράς με επεισόδια διεγέρσεων και επιθετικότητα, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σε φαρμακευτική αγωγή για τα συμπτώματα αυτά. Συνεπεία της παραπάνω κατάστασής του, η οποία δεν αναμένεται να παρουσιάσει βελτίωση, παρά μόνο στασιμότητα ή και επιδείνωση, ο εκκαλών αδυνατεί πλήρως να επιμεληθεί τόσο του εαυτού του όσο και της περιουσίας του, έχει δε μονίμως ανάγκη από την παρουσία έτερου προσώπου για να τον βοηθάει στις καθημερινές του ανάγκες (αλλαγή θέσης, φαγητό, άλλαγμα, μετακίνηση), να διαχειρίζεται τα επεισόδια διέγερσης και επιθετικότητας που παρουσιάζει και να επιμελείται της περιουσίας του (βλ. την από 11,3.2010 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού νευρολόγου Η. Τ., που διατάχθηκε η διενέργειά της με την 2993/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης-Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), Επίσης, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες με αρ. πρωτ. 225/22.2,2012 και 147/22.2.2013 ιατρικές γνωματεύσεις του Διευθυντή της Γ’ Νευρολογικής Κλινικής του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου «…ο Γ. Θ. …πάσχει από σπαστική τετραπάρεση, αφασικές διαταραχές και έντονες διαταραχές συμπεριφοράς στα πλαίσια συνδρόμου Kluver – Bucy επί εδάφους εκτεταμένοι ισχαιμικών αλλοιώσεων των εγκεφαλικών ημισφαιρίων. Λόγω των ως άνω ο ασθενής δεν δύναται να αυτοεξυπηρετηθεί και χρήζει συνεχούς φροντίδας και παρουσίας ετέρου ατόμου…», επιπλέον δε σύμφωνα και με τις με αρ. πρωτ. 806/22.2.2012 και 504/6.2.2013 ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις των αρμόδιων ιατρών της Ορθοπεδικής Κλινικής του εκκαλούντος νοσοκομείου «ο ασθενής πάσχει από εξεσημασμένες έκτοπες οστεοποιήσεις ισχίων και γονάτων συνεπεία βαρειάς ανοξαιμικής βλάβης κεντρικού νευρικού συστήματος εμφανίζει βαρειά κινητική αναπηρία…». Ενόψει αυτών και σύμφωνα με την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη, με την υπ’ αριθμ. 20.431/2.7.2010 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσια δικαιοδοσία) ο εκκαλών τέθηκε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και για το λόγο αυτό διορίστηκε οριστική δικαστική συμπαραστάτρια η σύζυγός του.

5. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 33.207/9.9.2013 απόφαση του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 22.6.2012 έγκλησης του εκκαλούντος και βασίστηκε, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, στην προαναφερθείσα από 23.4.2013 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη της ιατροδικαστού Λ.-Κ. Κ., από τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση ιατρούς του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου, ο μεν ειδικευόμενος ιατρός Κ. Μ. κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο για τη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ οι άλλοι δύο, ήτοι ο ειδικός παθολόγος Α. Ζ. και ο ειδικευόμενος ιατρός Κ. Α., καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης δώδεκα (12) και έξι (6) μηνών αντίστοιχα, με αναστολή, για την ίδια ως άνω πράξη. Τέλος, με την με αριθμό 09905/2013/6808/16.9.2013 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Θεσσαλονίκης διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών πάσχει από σπαστική τετραπάρεση με επιβάρυνση κάτω άκρων και οργανικό ψυχοσύνδρομο απότοκο σοβαρού βαθμού ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας και κρίθηκε ότι το ποσοστό της εγκατεστημένης και μη αναστρέψιμης κινητικής αναπηρίας του ανέρχεται σε 67 %, ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 81 % κατά ιατρική πρόβλεψη από 26.3.2012 έως εφ’ όρου ζωής, ότι για το ίδιο χρονικό διάστημα χρήζει βοήθειας και συμπαράστασης άλλου προσώπου και ότι δικαιούται να λάβει εξωϊδρυματικό επίδομα.

6. Επειδή, ο εκκαλών Θ. Γ. με τις από 22.6.2012 και 29.8.2012 (συνεκδικαζόμενες πρωτοδίκως) αγωγές του, όπως αναπτύχθηκαν με υπομνήματα, προέβαλε ότι τα προαναφερόμενα όργανα του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου, κατά παράβαση των κοινώς παραδεδεγμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, προκάλεσαν τις ανωτέρω σοβαρότατες βλάβες του σώματος και της υγείας του, καθώς καθυστέρησαν να προβούν σε ορθή διάγνωση της πάθησής του και να τον υποβάλουν στην ενδεδειγμένη χειρουργική επέμβαση. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι παρά την ανησυχητική κλινική εικόνα του, ήτοι λιποθυμικά επεισόδια, αφόρητους πόνους, έντονη εφίδρωση, χαμηλή πίεση και παρά το ότι οι αιματολογικές εξετάσεις κατέδειξαν πτώση ερυθρών αιμοσφαιρίων, αιματοκρίτη και αιμοσφαιρίνης και η διενεργηθείσα ακτινογραφία κοιλίας είχε καταδείξει μεγάλη διάταση ελίκων παχέως και λεπτού εντέρου και μεγαλοσπληνίας επιληφθέντες ειδικευόμενοι ιατροί του Τ.Ε.Π. της Παθολογικής Κλινικής όχι μόνο δεν αξιολόγησαν ορθά τα ανωτέρω ευρήματα, τα οποία ήταν δηλωτικά ανευρύσματος και τα οποία έπρεπε να τους κινητοποιήσουν για να ελέγξουν εάν υπέφερε από οξεία κοιλία, αλλά αντίθετα δεν ζήτησαν, όπως είχαν υποχρέωση, την συνδρομή του εφημερεύοντα ειδικού ιατρού παθολόγου, ότι, επίσης, κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, μετά πάροδο περίπου δύο ωρών, οι ως άνω ιατροί κάλεσαν ειδικευόμενο χειρουργό (Κ. Α.) και όχι ειδικό χειρουργό για χειρουργική εκτίμηση του περιστατικού, ότι ο κληθείς ειδικευόμενος χειρουργός ιατρός, παρά τα άκρως ανησυχητικά συμπτώματα και τις εργαστηριακές εξετάσεις που τέθηκαν υπόψη ίου δεν προέβη σε ορθή διάγνωση της νόσου και δεν ζήτησε τη συνδρομή ετέρου ειδικού χειρουργού, ούτε την διενέργεια οποιοσδήποτε άλλης διαγνωστικής εξέτασης (επανάληψη αιματολογικών εξετάσεων, αξονική τομογραφία) ώστε να διαγνωσθεί η υπάρχουσα πάθηση (ενδοκοιλιακή αιμορραγία), με συνέπεια την πολύωρη αιμορραγία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση υποξαιμίας και την εγκατάσταση μόνιμων εγκεφαλικών βλαβών. Για τους λόγους αυτούς ο εκκαλών ζήτησε με την από 22.6.2012 (πρώτη) αγωγή του, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη λόγω της ως άνω βλάβης του σώματος και της υγείας του, να υποχρεωθεί το εφεσίβλητο Νοσοκομείο να του καταβάλει με τον τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, το ποσό των 500.000 ευρώ ως αποζημίωση κατ’ άρθρο 931 Α.Κ., λόγω διαρκούς σωματικής αναπηρίας και το ποσό των 500.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγοι ηθικής βλάβης, κατ’ άρθρο 932 Α.Κ. Επίσης, ο εκκαλών ζήτησε με την από 29.8.2012 (δεύτερη) αγωγή του, να υποχρεωθεί το εφεσίβλητο Νοσοκομείο να του καταβάλει με τον τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής αυτής έως την ολοσχερή εξόφληση, το συνολικό ποσόν των 990.338,30 ευρώ που αντιστοιχεί στα αναφερόμενα κατωτέρω επί μέρους κονδύλια (θετική ζημία) και σε διαφυγόν κέρδος για την αποκατάσταση ζημίας από την προεκτεθείσα αιτία. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του προσκόμισε πρωτοδίκως, μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα 33.207/9.9.2013 απόφαση του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από τους καταδικασθέντες, εκ των οποίων εκείνη του ιατρού Κ. Α. τέθηκε στο αρχείο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα, λόγω παραγραφής της ποινής, κατ’εφαρμογήν του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 4198/2013 (ΦΕΚ 215) (βλ. την από 5.3.2014 υπηρεσιακή βεβαίωση), του δε ιατρού Α. Ζ. εκκρεμεί η εκδίκασή της έως την συζήτηση της παρούσας υπόθεσης. Συνεπώς, η εν λόγω απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, ώστε να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 197 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων.

7. Επειδή, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του και κατά το μέρος που προσβάλλεται με την κρινόμενη έφεση, αφού έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου, έκρινε ότι η ανωτέρω βλάβη της υγείας και του σώματος του εκκαλούντος προκλήθηκε από συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου και συναφώς απέρριψε σχετικό αίτημα του τελευταίου περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, επιδίκασε δε εν τέλει τα αναφερόμενα στην πρώτη σκέψη ποσά.

8. Επειδή περαιτέρω, στο άρθρο 931 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του και στο άρθρο 932 ότι: « Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του..». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε κάθε περίπτωση ευθύνης του δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. κατά τα άρθρα 105-105 του ΕισΝΑΚ, το δικαστήριο έχει επί πλέον την ευχέρεια, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, κατ’ εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ. αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά που θέτουν υπόψη του οι διάδικοι (βαθμό πταίσματος του υποχρέου, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινοτική κατάσταση του παθόντος κ.λ.π.) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΣτΕ266/2015, 877/2013 7μ., 2271/2013, 1405/2013, 424/2012, 424/2012, 3844/2012, 4133/2011 7μ., 1019/2008, 2736/2007, 521/2006 κ.ά). Περαιτέρω, δε, κατά την θέσπιση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ ο νομοθέτης έλαβε υπόψη του την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την σε ότι αφορά το ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγο) ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα, η χρηματική ικανοποίηση πρέπει να είναι εύλογη και, επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει ούτε να υποβαθμίζει την αξία της παράνομης πράξης η παράλειψης επιδικάζοντας υπερβολικά χαμηλό ποσό ούτε να καταλήγει με ακραίες εκτιμήσεις στον υπέρμετρο πλουτισμό του ζημιωθέντος, διότι τούτο υπερακοντίζει τον σκοπό του νομοθέτη που επέβλεψε στην αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης που διαταράχθηκε από την παράνομη πράξη ή παράλειψη (ΣτΕ 868/2011). Επίσης το ύψος της δεν συναρτάται κατ’ αρχήν προς την συγκεκριμένη κάθε φορά περιουσιακή και δημοσιονομική κατάσταση του δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ούτε από το περιουσιακό και οικονομικό μέγεθος των ανωτέρω νομικών προσώπων επιδρά στον καθορισμό της (ΣτΕ 2668/2015, 1405/2013, 3839/2012 7μ., 4988/2012, 1243/2010, 2579/2006). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 298, 299 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο του, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 931 του ΑΚ περιέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ. Επομένως, για την θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξιώσεως απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέραν από εκείνα που απαιτούνται για την θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 του ΑΚ, τα οποία συνθέτουν την έννοια της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για την στοιχειοθέτηση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 του ΑΚ, περιστατικά από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του. Έτσι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 931 του ΑΚ επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζομένου ευλόγου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με την συνεκτίμηση του ποσοστού της συνυπαιτιότητος του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΣτΕ 1906/2015, 2668/2015, 877/2013 7μ„ ΑΓΙ 560/2013, 210/2012),

9. Επειδή, η εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε υπέρ του εκκαλούντος α) το ποσόν των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και β) το ποσόν των 100.000 ευρώ ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 931 του ΑΚ. Με το δικόγραφο της κρινομένης εφέσεως αι ειδικότερα με τους πρώτο και δεύτερο αντιστοίχους λόγους προβάλλεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε επιδικάζοντας μόνον τα ποσά αυτά έναντι των αιτηθέντων 500,000 ευρώ για κάθε μία ανωτέρω αξίωση αντίστοιχος, παραβιάζοντας έτσι την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητος. Αναφορικά με την ηθική βλάβη που προκλήθηκε στον εκκαλούντα, το Δικαστήριο τούτο λαμβάνοντας υπόψη 1) τις συνθήκες, υπ’ τις οποίες επήλθε η βλάβη της υγείας του, για τις οποίες την αποκλειστική ευθύνη φέρει το εφεσίβλητο Νοσοκομείο, 2) το είδος της προσβολής, την έκταση και την σοβαρότητα της βλάβης της υγείας του, η οποία, όπως περιγράφεται αναλυτικά στο ιστορικό είναι ιδιαιτέρως βαρεία (κατέστη τελείως ανίκανος) και θα διαρκέσει εφ! όρου ζωής (πάσχει από σπαστική τετραπάρεση με επιβάρυνση κάτω άκρων και οργανικό ψυχοσύνδρομο απότοκο σοβαρού βαθμού ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας, σύμφωνα με την 09905/2013/6808/16.9.2013 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας του Υποκαταστήματος 1ΚΑ-ΤΑΜ Θεσσαλονίκης και για τον λόγο αυτόν ετέθη σε καθεστώς οριστικής δικαστικής συμπαράστασης, 3) το πλήθος των επεμβάσεων στις οποίες υπεβλήθη για τον περιορισμό της βλάβης της υγείας του, καθώς και την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία που υφίσταται εξ αιτίας των παθήσεων του, 4) το γεγονός ότι η κατάσταση της υγείας του εμποδίζει την ανάπτυξη φυσιολογικής προσωπικής ζωής (αδυναμία για κλινωνικές συναναστροφές, εργασία και επικοινωνία), 5) την ηλικία του κατά τον χρόνο επελεύσεως της αναπηρίας του (55 ετών) και 6) την οικονομική κατάστασή του, όπως αυτή προκύπτει από την επαγγελματική ενασχόληση που είχε προ της επελεύσεως της ανωτέρω βλάβης, καθώς και την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος με δύο τέκνα), κρίνει ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά των ιατρικών οργάνων του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου, δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση το δίκαιο και εύλογο για την συγκεκριμένη περίπτωση ποσόν των 100.000 ευρώ, όπως ορθώς εκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά έκρινε και η εκκαλουμένη και τα όσα περί του αντιθέτου προβάλει ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της κρινομένης εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης εφέσεως, το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη ότι από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο εκκαλών λόγω της σπαστικής τετραπάρεσης με επιβάρυνση των κάτω άκρων του και του οργανικού ψυχοσυνδρόμου που είναι απότοκο σοβαρού βαθμού ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας, άλλαξε δυσμενώς ως προς την ψυχική του υγεία και την εξωτερική του εμφάνιση, ότι η παραμόρφωσή του αυτή είναι μόνιμη και διαρκής, ότι εξαιτίας της μόνιμης αυτής αναπηρίας του με τις απορρέουσες από αυτήν σοβαρές συνέπειες που προαναφέρονται ανωτέρω, έχει αποκλεισθεί κοινωνικά και ότι η αναπηρία του καθιστά απαγορευτικές για τον ίδιο τις κοινωνικές συναναστροφές και την κοινωνική δραστηριότητα που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος με σοβαρή περαιτέρω δυσμενή επίδραση στην μελλοντική οικονομική κατάσταση και επαγγελματική εξέλιξή του, κρίνει (το Δικαστήριο τούτο) ότι ο εκκαλών δικαιούται αποζημιώσεως σύμφωνα με το άρθρο 931 του ΑΚ, λόγω διαρκούς σωματικής αναπηρίας του, το δίκαιο και εύλογο ποσόν των 100.000 ευρώ, όπως αυτό, κατ’ ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών προσδιορίσθηκε και από την εκκαλουμένη απόφαση, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινομένης εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

10. Επειδή, με τον τρίτο λόγο της κρινομένης εφέσεως προβάλλεται ότι εσφαλμένως η σύζυγος του εκκαλούντος θεωρήθηκε από την εκκαλουμένη ως μη δικαιούχος χρηματικής αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ από την προκληθείσα στον εκκαλούντα αναπηρία από τα ιατρικά όργανα του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου. Το Δικαστήριο τούτο έχει απορρίψει συνοπτικά τον λόγο αυτό στην εισαγωγική σκέψη της παρούσης. Ειδικότερα, η σύζυγος του εκκαλούντος, αφενός μεν έχει υποστεί εμμέσως ηθική βλάβη, ως τρίτο πρόσωπο, αφ’ ετέρου δε αυτή δεν επικαλέσθηκε και δεν προσκόμισε πρωτοδίκως κανένα αποδεικτικό μέσο για να τεκμηριώσει την βλάβη της ψυχικής της κατάστασης (π.χ. ιατρικές γνωματεύσεις) ξεχωριστά από τον εκκαλούντα (ΣτΕ 2412/2009), όπως σύννομα και ορθά κρίθηκε και από την εκκαλουμένη.

11. Επειδή, εξάλλου, ο Αστικός Κώδικας στο άρθρο 298 ορίζει ότι: «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία, των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί» και στο άρθρο 929 ότι: «Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του…». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση του παθόντος περιλαμβάνει τις δαπάνες νοσηλείας του και ό,τι, εφεξής, θα δαπανά επιπλέον εξ αιτίας της κατάστασης της υγείας του, τη θετική ζημία που έχει ήδη επέλθει και την αποθετική ζημία αυτού από διαφυγόντα κέρδη. Ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Προκειμένου περί του διαφυγόντος κέρδους, το οποίο, κατά κανόνα, δεν είναι επιδεκτικό πλήρους δικανικής πεποίθησης, επιτρέπεται στο δικαστή να αρκεσθεί στην πιθανότητα μελλοντικής απόκτησής του, η οποία υφίσταται όταν συντρέχουν ικανοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ της αλήθειας και δεν προκύπτει κάτι το αντίθετο (Σ.τ.Ε.2668/2015, 11/2010, 1479, 1410/2006. Α.Π. 869/2013). Συνίσταται δε το διαφυγόν κέρδος, κατά την εν λόγω διάταξη, στην ματαίωση της αύξησης της περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, επρόκειτο να επέλθει και δεν επήλθε εξαιτίας του ζημιογόνου γεγονότος (Σ.τ.Ε. 2668/2015, 2705/2009 7μ., 750/2011). Τα περιστατικά δε τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση, την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, να εκτίθενται στην αγωγή (Σ.τ.Ε. 2668/2015, 2668/2011), Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 930 ότι: «Η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Ο οφειλέτης της αποζημίωσης μπορεί κατά τις περιστάσεις να υποχρεωθεί να παράσχει ασφάλεια. Η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε». Η διάταξη του εδ. γ’ του άρθρου αυτού αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται εκ του νόμου ή εξάλλου λόγου να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Ειδικότερα, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, η ανικανότητα μπορεί να αντιμετωπισθεί κατά διαφόρους τρόπους, ακόμη δε, και με υπερένταση των προσπαθειών των λοιπών μελών της οικογένειας ή με ανάλογο περιορισμό των αναγκών τους. Συνεπώς ο παθών, ο οποίος, για την αποκατάσταση της υγείας του, δέχεται τις αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες των κατά νόμο υπόχρεων (γονέων, συζύγου, αδελφών κ.λ.π.) στα πλαίσια της σχετικής υποχρέωσης των τελευταίων, δικαιούται ν’ απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση τουλάχιστον το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτον, τον οποίο θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτό, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν καταβάλει κανένα τέτοιο ποσό (Σ.τ.Ε. 1481/2014, 1541/2013. 3732/2012, ΑΠ 1723/2014, 132/2010, 1545/2009). Ειδικότερα, τα νοσήλια έχουν ευρύ περιεχόμενο. Αυτά περιλαμβάνουν κάθε δαπάνη, που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία, για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος. Περιλαμβάνονται δε σε αυτά εκτός των άλλων, η πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου στο νοσοκομείο είτε στο σπίτι σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις αναπηριών, όταν αυτό επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. σχετικά Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα-4η έκδοση, 2008, σελ.256), χωρίς να απαιτείται για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης ιατρική βεβαίωση που να καθορίζει την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου. Επίσης, στην περίπτωση αυτή η αποζημίωση διαμορφώνεται στο ποσό που συνήθως καταβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις για την προσφορά των ίδιων υπηρεσιών (βλ. Α.Π. 1545/2009, 1276/2005, 371/2001, Εφ.ΑΘ. 1958/2014). Κατά την ορθότερη όμως άποψη όταν οι υπηρεσίες παρέχονται στον παθόντα από οικείους του, επιδικάζεται σ’ αυτόν εύλογη αποζημίωση και όχι το ποσό που πράγματι θα κατέβαλε σε μια υποκατάστατη δύναμη, δεδομένου ότι η απασχόληση του οικείου προσώπου δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένη, διαφέρουσα από την εντατική, συνεχή και εξειδικευμένη εργασία της αποκλειστικής νοσοκόμας (βλ. σχετικά Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα-Συμπλήρωμα στην 4η έκδοση, 2014, σελ.73 και Δ.Εφ.ΑΘ. 158/2014, 1638/2011, 1578/2009, Εφ.Λαμ. 15/2011, Εφ. Αθ. 768/1998κά.).

12. Επειδή, με την από 29.8.2012 (δεύτερη) αγωγή του ο εκκαλών ζήτησε να του καταβληθούν καταρχήν δαπάνες απασχόλησης αποκλειστικής νοσοκόμας για το χρονικό διάστημα νοσηλείας του στο εκκαλούν νοσοκομείο από 15.1.2009 έως 15.2,2009, κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν από τον ασφαλιστικό φορέα, ποσού 7.333,19 ευρώ. Σχετικά προσκόμισε πρωτοδίκως: α) την προαναφερθείσα από 23.1.2009 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του Διευθυντή της Δ’ Χειρουργικής Κλινικής του εφεσίβλητου νοσοκομείου Καθηγητή X. Λ., για ανάγκη 24ωρης νοσηλευτικής φροντίδας του ασθενή με αποκλειστική νοσοκόμα, β) δέκα οκτώ (18) αποδείξεις είσπραξης του ΙΚΑ αποκλειστικών νοσοκόμων που απασχολήθηκαν για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, συνολικού ποσού 7.465,98 ευρώ, αναφερόμενες ειδικότερα στις σελίδες 156 έως 158 της ως άνω αγωγής γ) το με αρ. πρωτ. 2245/29.1.2009 έγγραφο του Προϊστάμενου του Τμήματος Φοίνικα Θεσσαλονίκης του Ο.Α.Ε.Ε. για το ποσό που καλύπτει ο Ασφαλιστικός Φορέας και δ) η 53052438-4/28.1.2009 επιταγή της Εθνικής Τράπεζας ποσού 132,79 ευρώ, που αφορά το ποσό που κάλυψε ο Ασφαλιστικός Φορέας για αποκλειστικές νοσοκόμες. Επίσης, ζήτησε να του καταβληθούν δαπάνες απασχόλησης τρίτου ατόμου ως αποκλειστικής νοσοκόμας, ήτοι της συζύγου του, του αδελφού του και του υιού του, για το διάστημα από 16.2.2009 έως 29.10.2009, κατά το οποίο νοσηλεύτηκε στις Κλινικές της Γερμανίας, ποσού 33.093,90 ευρώ [255 ημέρες επί 64,89 ευρώ κόστος μιας βάρδιας αποκλειστικής νοσοκόμας (49,83 € ημερομίσθιο ανά βάρδια + 15,06 € για εργοδοτικές εισφορές ανά βάρδια) επί 2 βάρδιες ανά ημέρα]. Σχετικά προσκόμισε σε επίσημες μεταφράσεις από την Γερμανική Γλώσσα στην Ελληνική, την από 19.10.2009 ιατρική σύσταση του Διευθύνοντος Αρχιάτρου της ανωτέρω νευρολογικής κλινικής του BAD AIBLING για ενεργό συμμετοχή των συγγενών στη νοσηλεία του ασθενή και την από 27,10.2009 ιατρική περιληπτική έκθεση και βεβαίωση νοσηλείας στην ίδια κλινική από 16.2.2009 έως 11.5.2009 και από 20.5.2009 έως 29.10.2009 και στο ενδιάμεσο διάστημα από 11.5.2009 έως 20.5.2009 στην πλαστική χειρουργική κλινική του Θεραπευτικού Κέντρου VΟGTAREUTH Γερμανίας. Επιπλέον, ζήτησε να του καταβληθεί ποσό 48.018,60 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δαπάνες απασχόλησης τρίτου ατόμου, ως αποκλειστικής νοσοκόμας, όπως ανωτέρω, στο Κέντρο Αποκατάστασης-Αποθεραπείας της Θεσσαλονίκης «Η Αναγέννηση Α.Ε.» για το χρονικό διάστημα από 30.10.2009 έως 3.11.2010 (370 ημέρες επί 64,89 κόστος μιας βάρδιας αποκλειστικής νοσοκόμας επί 2 βάρδιες ανά ημέρα). Σχετικά προσκομίσθηκε πρωτοδίκως το από 3.11.2010 ενημερωτικό σημείωμα του εν λόγιο Κέντρου Αποκατάστασης, όπου αναφέρεται ότι ο εφεσίβλητος χρήζει της συνδρομής τρίτου προσώπου σε όλες τις δραστηριότητες της καθημερινής του ζωής. Τέλος, ζήτησε να του καταβληθεί το συνολικό ποσό των 551.477,48 ευρώ που αντιστοιχεί σε δαπάνες απασχόλησης τρίτου ατόμου ως αποκλειστικής νοσοκόμας στην οικία του, ήτοι της συζύγου, του υιού και της κόρης του, καθώς και του αδελφού του για το μετέπειτα διάστημα από 4.11.2010 έως τις 31.8.2012 (άσκηση της αγωγής), ήτοι 667 ημέρες επί τρεις βάρδιες το 24ώρο, ποσού 210,89 € (από 64,89 € για 8ώρη απασχόληση την ημέρα και από 81,11 € απασχόληση τη νύκτα) ίσον 140.663,63 € και σε απαίτηση καταβολής δαπάνης για το διάστημα από 1.9.2012 έως 31.12.2017 (για το μέλλον μετά την άσκηση της αγωγής), ήτοι 1948 ημέρες επί 210,89 ευρώ κόστος εικοσιτετράωρης απασχόλησης αποκλειστικής νοσοκόμας ίσον 410.813,72 €. Σχετικά προσκομίσθηκε η προαναφερθείσα στο ιστορικό από 11.3.2010 πραγματογνωμοσύνη του ιατρού νευρολόγου Η. Τ., δικαστικού πραγματογνώμονα και η ανωτέρω γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας εφ’ όρου ζωής του ΚΕ.Π.Α. του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.

13. Επειδή, το πρωτόδικο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε κατ’ αρχήν, ότι ο εκκαλών δικαιούται να λάβει ως θετική ζημία από την ανωτέρω αναφερόμενη αδικοπραξία των οργάνων του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου, το ποσό που αντιστοιχεί σε εκείνο που αποδεδειγμένα κατέβαλε ως δαπάνες απασχόλησης αποκλειστικών νοσοκόμων για το χρονικό διάστημα νοσηλείας του στο εν λόγω Νοσοκομείο από 15.1.2009 έως 15.2.2009, κατά το μέρος που δεν καλύφθηκε από τον ασφαλιστικό φορέα, ποσού 7.333,19 ευρώ και κατά στρογγυλοποίηση 7.333 ευρώ. Ως προς τα υπόλοιπα αιτούμενα ποσά, ήτοι κατά το μέρος που αφορούν το χρονικό διάστημα από 16.2.2009 έως την 31.12.2017, αφού έλαβε υπόψη τη φύση της βλάβης της υγείας του εκκαλούντος που έχει ως αποτέλεσμα την οριστική αδυναμία αυτοεξυπηρέτησής του, με συνέπεια μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο και εντεύθεν να χρειάζεται τις υπηρεσίες και φροντίδες αποκλειστικής νοσοκόμου, ανεξαρτήτως του αν τις υπηρεσίες αυτές παρείχαν αφιλοκερδώς η σύζυγός του ή άλλα συγγενικά του πρόσωπα, και αφού έλαβε υπόψη ως πρόσφορο στοιχείο για την καταβαλλόμενη αμοιβή τις αμοιβές που αναγράφονταν στις προαναφερθείσες αποδείξεις είσπραξης αμοιβής των απασχοληθεισών, κατά τη νοσηλεία του εφεσίβλητου στο εκκαλούν νοσοκομείο, αποκλειστικών νοσοκόμων, σύμφωνα με τις οποίες η μικτή ημερήσια και νυχτερινή αμοιβή αυτών για τις καθημερινές ημέρες ανέρχεται κατά περίπτωση σε 64,89 ευρώ και σε 81,11 ευρώ και η αντίστοιχη για τα σαββατοκύριακα (το ορθό για τις Κυριακές και αργίες) ανέρχεται κατά περίπτωση σε 113,55 ευρώ και 123,68 ευρώ αντίστοιχα, έκρινε ότι πρέπει να επιδικαστεί στον εφεσίβλητο για δαπάνες απασχόλησης τρίτου ατόμου ως αποκλειστικής νοσοκόμας α) για το χρονικό διάστημα από την έξοδό του από το νοσοκομείο (16.2.2009) έως την άσκηση της από 29.8.2012 αγωγής του, το ποσό των 167.935 ευρώ κατά στρογγυλοποίηση (τρία έτη πλέον 199 ημέρες, ήτοι 1.294 ημέρες επί 64,89 κόστος μιας βάρδιας αποκλειστικής νοσοκόμας επί 2 βάρδιες ανά ημέρα = 167.935,32 ευρώ) και β) για το χρονικό διάστημα από την επομένη της ημερομηνίας άσκησης της αγωγής 31.8.2012 έως τις 31.12.2017 (και όχι 31.12.2007 που από παραδρομή αναγράφεται στην εκκαλουμένη) το ποσό των 410.603 ευρώ [(365 ημέρες ανά έτος επί πέντε έτη πλέον 122 ημέρες για το έτος 2012) επί (64,89 ευρώ για την ημερήσια απασχόληση επί δύο βάρδιες την ημέρα πλέον 81,11 ευρώ για τη νυκτερινή απασχόληση επί μία βάρδια την ημέρα) = 1947 ημέρες επί 210,89 ευρώ ανά ημέρα = 410.602,83 ευρώ]. Κατόπιν των ανώτεροι, έκρινε ότι πρέπει να επιδικαστεί στον εφεσίβλητο ως δαπάνη απασχόλησης αποκλειστικών νοσοκόμων ή τρίτων ατόμων αντί αυτών, το συνολικό ποσό των 585.871 ευρώ (7.333 ευρώ + 167.935 ευρώ + 410.603 ευρώ).

14. Επειδή, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσης ο εκκαλών προβάλλει ότι δεν έγινε ορθός υπολογισμός της επιδικασθείσας ανώτερο) αποζημίωσης που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από την έξοδό του από το εφεσίβλητο Νοσοκομείο (16.2.2009) έως την άσκηση της αγωγής του (29.8.2012) και για το χρονικό διάστημα από τον χρόνο άσκησης της αγωγής του μέχρι και τις 31.12.2017. Ειδικότερα προβάλλεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένος υπολόγισε μόνον δύο «βάρδιες» αποκλειστικής νοσοκόμου και μετά την έξοδο του εκκαλούντος από το Κέντρο Αποκατάστασης-Αποθεραπείας «Η Αναγέννηση» στις 3.11.2010 μέχρι τις 29.8.2012, χρονικό διάστημα κατά το οποίο ευρίσκετο στην οικία του και καθήκοντα αποκλειστικής νοσοκόμου ασκούσαν οι συγγενείς του. Το εφεσίβλητο Νοσοκομείο ομοίως αμφισβητεί την ορθότητα της εκκαλουμένης με το υπόμνημά του και προβάλλει ειδικότερα ότι δεν έλαβε χώραν σωστός υπολογισμός της επιδικασθείσης ανωτέρω αποζημίωσης από την έξοδο του εκκαλούντος από το εφεσίβλητο Νοσοκομείο (16.2.2009) έως την άσκηση της αγωγής του (29.8.2012), ανερχόμενης σε 167.935,32 ευρώ, αφού (εσφαλμένα) η εκκαλούμενη απόφαση δέχεται ότι στο χρονικό αυτό διάστημα αντιστοιχούν 1.294 ημέρες, ενώ αντιστοιχούν 1.291 ημέρες (319 ημέρες για το έτος 2009 + 365 ημέρες για το έτος 2010 + 365 ημέρες, για το έτος 2011 + 242 ημέρες για το έτος 2012) και συνεπώς το επιδικασθέν (παραπάνω) ποσό πρέπει να μειωθεί κατά 3 ημέρες. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι είναι αδικαιολόγητα υψηλό το ποσό της ανωτέρω επιδικασθείσας αποζημίωσης, ειδικότερα δε, μη νόμιμα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη ως πρόσφορο στοιχείο για τον υπολογισμό της δαπάνης απασχόλησης τρίτων ατόμων ως αποκλειστικών νοσοκόμων, τις αναγραφόμενες επί των ανωτέρω αποδείξεων είσπραξης αμοιβών των αποκλειστικών νοσοκόμων που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον εφεσίβλητο κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο εκκαλούν νοσοκομείο (ήτοι ποσά κυμαινόμενα μεταξύ 64,89 έως 81,11 € για τις καθημερινές και 113,55 έως 123,68 € για τις Κυριακές και αργίες), μολονότι έως την 14.5.2013 ίσχυε η 49556/2374/4.7.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας «Καθορισμός αποδοχών αποκλειστικών αδελφών νοσοκόμων όλης της χώρας» (ΦΕΚ Β 1.414/17.7.2008) με την οποία, για τα χρονικά διαστήματα από 1.9.2008 έως 30.4.2009 και από 1.5.2009 και εφεξής, το κατώτατο ημερομίσθιο των αποκλειστικών νοσοκόμων είχε οριστεί αντίστοιχος σε 31,32 και 33,04 € για τις καθημερινές, προσαυξανόμενο κατά 25% για νυκτερινή απασχόληση και κατά 75% για απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες και ότι εξάλλου, η ισχύς της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, παραταθείσα έως την 14.5.2013, έληξε την ανωτέρω ημερομηνία δυνάμει του άρθρου 2 της Π.Υ.Σ 6/2012 (ΦΕΚ Α’38/28.2.2012), ενώ έκτοτε το βασικό ημερομίσθιο των αποκλειστικών νοσοκόμων είναι το κατώτατο νομοθετικά καθορισμένο δυνάμει των διατάξεων του ν. 4093/2012. (ΦΕΚ Α’222/12.11.2012), ανερχόμενο στο ποσό των 26,18 € για εργαζόμενους ηλικίας άνω των 25 ετών και στο ποσό των 22,83 € για εργαζόμενους κάτω των 25 ετών. Επιπροσθέτως προβάλλεται, ότι ενόψει της φύσης της απασχόλησης συγγενικού ή φιλικού προσώπου για την κάλυψη προσωπικών αναγκών του παθόντος, ο τελευταίος δεν δικαιούται να αξιώνει τη συνήθως καταβαλλόμενη αμοιβή σε τρίτο ξένο πρόσωπο, αλλά μία εύλογη αμοιβή που προφανώς υπολείπεται από τη συνήθως καταβαλλόμενη σε τρίτο πρόσωπο με βάση ορισμένη συμβατική σχέση. Με το υπόμνημά του ο εκκαλών προβάλλει ότι η επιδικασθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δαπάνη για την απασχόληση τρίτων ατόμων ως αποκλειστικών νοσοκόμων είναι απολύτως εύλογη, δεδομένου ότι αφενός μεν τα επικαλούμενα από το εφεσίβλητο Νοσοκομείο κατώτατα ημερομίσθια αυτών προσαυξάνονται για παρεχόμενη εργασία κατά τη νύχτα, κατά τις Κυριακές και αργίες και λόγω προϋπηρεσίας και αφορούν αυστηρά απασχόληση 6 ωρών και 40 λεπτών (βλ. το προσκομιζόμενο 9986/10.4.2014 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης αμοιβής εργασίας του Υπουργείου Εργασίας» περί οδηγιών για τον καθορισμό των ημερομισθίων των αποκλειστικών αδελφών νοσοκόμων), ενώ η επιδικασθείσα από το Δικαστήριο αμοιβή αφορά οκτάωρη βάρδια, δηλαδή τρεις βάρδιες στο 24ώρο και ότι ενδεικτικά σύμφωνα με τον τιμοκατάλογο που χορηγήθηκε σ’ αυτόν από τη Νοσηλευτική Υπηρεσία του Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης «Ιπποκράτειο» με το 800/5.6.2015 έγγραφο (βλ. προσκομιζόμενο), τα ημερομίσθια οκτάωρης απασχόλησης νοσοκόμας με δύο τριετίες από τον Οκτώβριο του έτους 2014 είναι: ημέρα-καθημερινή: 56,20 ευρώ, νύχτα-καθημερινή: 68,59 ευρώ, ημέρα-Κυριακή ή αργία: 98,57 ευρώ και νύχτα-Κυριακή ή αργία: 105,58 ευρώ.

15. Επειδή, κατ’ αρχήν όσον αφορά τις δαπάνες απασχόλησης αποκλειστικών νοσοκόμων κατά τη νοσηλεία του εκκαλούντος στο εφεσίβλητο Νοσοκομείο κατά το χρονικό διάστημα από 15.1.2009 έως 15.2.2009, εφόσον ο εφεσίβλητος κατέβαλε το ποσό των 7.333 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες αποδείξεις, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ αυτού ως θετική ζημία το εν λόγω ποσό (βλ. Α.Π. 1545/2009 σκέψη III). Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη α) τα όσα προαναφέρθηκαν, σύμφωνα με τα οποία, όταν οι υπηρεσίες παρέχονται στον παθόντα από οικείους του, επιδικάζεται εύλογη αποζημίωση και όχι το ποσό που πράγματι θα κατέβαλε σε μια υποκατάστατη δύναμη και συνεπώς δεν εξισώνεται με την πλασματική αμοιβή μιας αποκλειστικής νοσοκόμας, β) όλων των ανωτέρω στοιχείων που επικαλούνται αμφότεροι οι διάδικοι σχετικά με τον καθορισμό του ύψους των αποδοχών αποκλειστικών νοσοκόμων- εκτιμωμένων ελευθέρως-, γ) ότι για τις υπηρεσίες κατ’ οίκον, το ημερομίσθιο αυτών ήταν ελεύθερα διαπραγματεύσιμο στην αγορά (πρβλ, Σ.τ.Ε. 1900/2015), καθώς και ότι η απασχόληση των οικείων του εφεσίβλητου δεν μπορούσε παρά να είναι περιορισμένη, διαφέρουσα από την εντατική, συνεχή και εξειδικευμένη εργασία της αποκλειστικής νοσοκόμας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω βοήθεια αποτιμάται στο εύλογο ποσό των 40 ευρώ για 8ώρη απασχόληση για το πιο πάνω χρονικό διάστημα-η διάρκεια του οποίου δεν αμφισβητείται- ήτοι από την έξοδό του από το νοσοκομείο από 16.2.2009 έως την 31.12.2017. Συνεπώς, και ενόψει του ότι δεν αμφισβητείται επίσης η χρονική διάρκεια απασχόλησης ανά ημέρα (βάρδια) η ως άνω αποζημίωση ανέρχεται για μεν το χρονικό διάστημα από 16.2.2009 έως τις 3.11.2010 (ημερομηνία εξόδου του εκκαλούντος από το Κέντρο Αποκατάστασης- Αποθεραπείας “Η Αναγέννηση”) στο ποσόν των 50.000 ευρώ [625 ημέρες επί 40 ευρώ το κόστος μιας βάρδιας επί δύο βάρδιες=50.000 ευρώ], ενώ για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, ήτοι από τις 4.11.2010 μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 29.8.2012 στο ποσό των 79.560 ευρώ (663 ημέρες επί 40 ευρώ το κόστος μίας βάρδιας επί 3 βάρδιες = 79.560 ευρώ], για δε το χρονικό διάστημα (για το μέλλον) από την επομένη της άσκησης της αγωγής στις 31.8.2012 έως τις 31.12.2017 στο ποσό των 233.640 ευρώ [1947 ημέρες (κατά τα γενόμενα δεκτά με την πρωτόδικη απόφαση και μη αμφισβητούμενα), επί 40 ευρώ την βάρδια επί 3 βάρδιες (120 €) = 233.640 ευρώ]. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να επιδικαστεί στον εφεσίβλητο ως δαπάνη απασχόλησης αποκλειστικών νοσοκόμων και τρίτων ατόμων αντί αυτών, το συνολικό ποσό των 370.533 ευρώ (7.333 ευρώ + 50.000 ευρώ + 79.560 ευρώ + 233.640 ευρώ), ήτοι 26.280 ευρώ επί πλέον όσων επεδίκασε η 514/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κατά το αντίστοιχό της κεφάλαιο επί αντίθετης έφεσης, κατά τον εν μέρει βάσιμο τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, μεταρρυθμιζόμενης αναλόγως της εκκαλούμενης απόφασης ως προς το κεφάλαιο αυτό.

16. Επειδή, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης έφεσης προβάλλεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε το αγωγικό του αίτημα (με την από 29.8,2012 αγωγή του) περί επιδίκασης κονδυλίου για την δαπάνη διενέργειας φυσικοθεραπείας για το χρονικό διάστημα που έπεται της ασκήσεως της αγωγής, δηλαδή από την 1.9.2012 έως τις 31.12.2017. Ειδικότερα πρόκειται για ένα κονδύλιο ποσού ύψους 64.512 ευρώ αποτελούμενο από 63 ευρώ για κάθε συνεδρία φυσικοθεραπείας, επί τέσσερες (4) φορές εβδομαδιαίος = 252 ευρώ την εβδομάδα, επί 4 εβδομάδες = 1008 ευρώ μηνιαίος, επί 64 μήνες (1.9.2012- 31.12.2017) = 64.512 ευρώ. Ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε και δεν προσκόμισε πρωτοδίκως αποδεικτικά στοιχεία (π.χ. ιατρικές γνωματεύσεις ή σχετικά έγγραφα από τον ασφαλιστικό του φορέα) για την συχνότητα των διενεργητέων συνεδριών φυσικοθεραπείας για το εν λόγω χρονικό διάστημα και για τον λόγο αυτόν, το επίδικο κονδύλιο απερρίφθη από την εκκαλουμένη ως αναπόδεικτο. Ο εκκαλών στο δικόγραφο της κρινομένης έφεσης έχει ενσωματώσει τόσο το από 23.7.2014 ενημερωτικό σημείωμα του φυσικοθεραπευτή Γεωργίου Τσιγάρα, όσο και την από 24.10.2014 ιατρική γνωμάτευση της Β’ Ορθοπεδικής Κλινικής του Γ ενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης «Παπαγεωργίου», πλην όμως τα στοιχεία αυτά δεν είναι δικονομικά επιτρεπτό να ληφθούν υπόψη το πρώτον στον δεύτερο βαθμό εκδικάσεως της υποθέσεως, ενώ ο εκκαλών στον σχηματισμό του επίμαχου κονδυλίου δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη και την συμμετοχή του ασφαλιστικού του φορέα. Επομένως, νομίμως και ορθώς απερρίφθη το κονδύλιο τούτο από την εκκαλουμένη απόφαση, δοθέντος του ότι δεν μπορούσε να συγκροτηθεί η ουσιαστική του βασιμότητα από το λοιπό αποδεικτικό υλικό της υποθέσεως πρωτοδίκως. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της κρινομένης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

17. Επειδή, με τον έκτο λόγο της κρινομένης εφέσεως αμφισβητείται η ορθότητα της εκκαλουμένης ως προς το κονδύλιο των 27.041 ευρώ που επιδίκασε στον εκκαλούντα της έννοιας των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ από την στέρηση των αποδοχών του από την επαγγελματική του απασχόληση λόγω της προαναφερομένης αναπηρίας του. Ειδικότερα, ο εκκαλών ζήτησε με την από 29.8.2012 αγωγή του για αποθετική ζημία το συνολικό ποσό των 232.757,72 ευρώ, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του θα αποκόμιζε από την εργασία που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εργαζόμενος με την ιδιότητα του έμμισθου μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης εταιρείας “INTERLIPE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ” (έδρα το 14° χιλ. Θεσσαλονίκης-Πολυγύρου) και έως 31.12,2017, που θα ήταν 64 ετών, με τη ρητή επιφύλαξη για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Το ποσό αυτό αναλύεται ως κάτωθι: α) 5.180,72 ευρώ για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2009 (1.700 ευρώ ανά μήνα αμοιβή ως έμμισθο μέλος του Α.Σ. της ανωτέρω ασφαλιστικής πλέον 350 ευρώ ανά μήνα ως έξοδα παράστασης μέλους του Α.Σ. πλέον μηνιαίες προμήθειες πωλήσεων 855,36 ευρώ – 2.905,36 ευρώ ανά μήνα επί 2 μήνες), β) 81.927,72 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.9.2009 (έναρξη καταβολής σύνταξης αναπηρίας) έως τις 31.8.2012 (επίδοση της αγωγής) (2.905,36 ευρώ ανά μήνα συνολική κατά τα ως άνω αμοιβή μείον 629,59 ευρώ μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε με την υπ” αριθμ. 1.114/4.5.2010 απόφαση του Προϊσταμένου της Α’ Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης του Ο.Α.Ε.Ε. επί 36 μήνες), και γ) 145.649,28 ευρώ για το μετέπειτα της αγωγής χρονικό διάστημα από 1.9.2012 έως 31.12.2017 (2.905,36 ευρώ ανά μήνα συνολική κατά τα ως άνω αμοιβή μείον 629,59 ευρώ μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε ως ανώτεροι επί 64 μήνες). Περί των εν λόγω αμοιβών προσκόμισε τις με ημερομηνία26.7.2012 δύο σχετικές βεβαιώσεις της “INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ”, εργοδότριας εταιρείας του κατά τον χρόνο του συμβάντος, Με τα έγγραφα αυτά βεβαιώνεται ότι ο υπάλληλος της εταιρείας αυτής Θ. Γ. εκλέχθηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου με πενταετή θητεία κατόπιν ψηφοφορίας κατά την τακτική γενική συνέλευση της 27.6.2008 και αποχώρησε με απόφαση που καταγράφηκε στο πρακτικό του Δ.Σ. της ίδιας εταιρείας στις 14.3.2012 για λόγους υγείας, ότι την 1.7.2009 διακόπηκε κάθε οικονομική αμοιβή προς τον εφεσίβλητο, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας, ότι έως και την 30.6.2009 οι μηνιαίες αμοιβές που ελάμβανε ήταν 1.700 ευρώ ως έμμισθο μέλος του Δ.Σ., 350 ευρώ μηνιαία έξοδα παράστασης και 855,36 ευρώ προμήθεια επί των πωλήσεων. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το Φ.Ε.Κ. Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ 9410/08.09.2003 και 10716/18.09.2008 ο Θ.Γ. εκλέχθηκε διαδοχικά μέλος του Δ.Σ. της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας με πενταετή θητεία κάθε φορά και συνολικά για μια δεκαετία και έως την 30.06.2013.

18. Επειδή, σε ό,τι αφορά την απώλεια εισοδημάτων του παθόντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση ότι αν δεν μεσολαβούσε η ανικανότητα του εκκαλούντος, θα εργαζόταν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ως έμμισθο μέλος του Δ.Σ. της «INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ» έως και τις 31.12.2017 που θα ήταν 64 ετών, ακολούθως δε, αφενός μεν μείωσε το αιτηθέν ποσό που θα ελάμβανε από την παραπάνω επαγγελματική δραστηριότητα, από το ποσό των 1.700 ευρώ στο ποσό των 900 ΕΥΡΩ «ως πιθανολογούμενη ανά μήνα αμοιβή», λόγω της γενικής πτώσης, κατά τα τελευταία έτη του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα, η οποία οφείλεται στο σοβαρότητα κλονισμό της δημοσιονομικής ισορροπίας του Ελληνικού Κράτους, αφετέρου δε απέρριψε τα επιπλέον αιτηθέντα κονδύλια που αντιστοιχούν στα εισοδήματά του από τις μηνιαίες προμήθειες πωλήσεων (855,36 ευρώ) καθώς και τα έξοδα παράστασης ως μέλους του Δ.Σ. (350 ευρώ), με το σκεπτικό ότι αυτά δεν αποτελούν αμοιβή και επομένως δεν θα έπρεπε να συνυπολογισθούν για την εξεύρεση του αποδοτέου διαφυγόντος κέρδους. Συγκεκριμένα, επιδίκασε υπέρ του εκκαλούντος α) το ποσό των 1.800 ευρώ για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2009 (900 ευρώ επί 2 μήνες), β) για το διάστημα από 1.9.2009 έως 31.08.2012, το ποσό των 9.735 ευρώ, κατά στρογγυλοποίηση (900 ευρώ αμοιβή ανά μήνα, κατά τα ως άνω, μείον 629,59 ευρώ μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε με την υπ’ αριθ. 1.114/4.5.2010 απόφαση του Προϊσταμένου της Α’ Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης του Ο.Α.Ε.Ε. = 270,41 επί 36 μήνες = 9.734,76) και γ) για το διάστημα από 1.9.2012 έως 31.12.2017 το ποσό των 17.306 ευρώ (900 ευρώ ανά μήνα κατά τα ως άνω αμοιβή μείον 629,59 ευρώ μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε με την ως άνω απόφαση = 270,41 επί 64 μήνες = 17.306,24 ευρώ) και συνολικά 27.041 ευρώ (μη προσθέτοντας προφανώς από παραδρομή το ποσό των 1.800 ευρώ). Με την υπό κρίση έφεση προβάλλεται ότι έσφαλε κατά το ως άνω κεφάλαιο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μειώνοντας το μηνιαίο ποσόν που ο εκκαλών θα ελάμβανε από την επαγγελματική του δραστηριότητα και απορρίπτοντας τα αιτηθέντα κονδύλια που αντιστοιχούσαν στα εισοδήματά του από τις προμήθειες πωλήσεως, καθώς και στα έξοδα παραστάσεώς του ως μέλους του Δ.Σ.. Το Δικαστήριο τούτο λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εκκαλών πριν την επέλευση της αναπηρίας του το έτος 2008 βρισκόταν ακόμη σε παραγωγική ηλικία (55 ετών-γεννηθείς την 9.2.1953), ότι όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο στοιχεία ήταν μέλος του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων “INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ”, τουλάχιστον από το έτος 2003 και ελάμβανε για την ιδιότητά του αυτή μηνιαίες αποδοχές, ότι εξαιτίας της προαναφερόμενης αδικοπραξίας των οργάνων του νοσοκομείου κατέστη δια βίου ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία και ότι αν δεν μεσολαβούσε η εν λόγω ανικανότητά του, θα εργαζόταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με την ως άνω ιδιότητα του έμμισθου μέλους Δ.Σ. τουλάχιστον έως την 30.6.2013 (βλ. ειδικότερα το Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ 10716/18.9.2008) που έληγε η θητεία του ως μέλος του Δ.Σ,, ότι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, ήτοι η διαδοχική εκλογή του ως μέλος του Δ.Σ. επί μία δεκαετία επιτρέπουν πρόγνωση σε βαθμό που καθιστούσε πιθανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, την επανεκλογή του ως μέλος Δ.Σ. και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα των 4,5 ετών ήτοι από 1.7.2013και έως και την 31.12.2017 που θα ήταν ακόμη 64 ετών, κρίνει ότι δικαιούται, κατ’ άρθρο 930 παρ. 1 του ΑΚ. να λάβει ως αποζημίωση (διαφυγόντα κέρδη) για όλο το αιτούμενο χρονικό διάστημα (ήτοι έως 31.12.2017), τις αποδοχές που θα αποκόμιζε απασχολούμενος στην ίδια επιχείρηση, το ύψος των οποίων (900 ευρώ ανά μήνα) αμφισβητείται με τον κρινόμενο λόγο της εφέσεως αυτής. Ειδικότερα, ενόψει της από 26.7.2012 βεβαιώσεως της εργοδότριας του εκκαλούντος «INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ», σε συνδυασμό με την κατά τα γενικώς γνωστά και αντικειμενικώς αποδεκτά υφέσεως της Εθνικής Οικονομίας και της συνακολούθου μειώσεως μισθών και συντάξεων, οι μηνιαίες αποδοχές του εκκαλούντος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα πρέπει να προσδιορισθούν στο εν προκειμένω εύλογο ποσόν των 1.000 ευρώ μηνιαίως, κατά τον εν μέρει βάσιμο σχετικό λόγο της κρινομένης εφέσεως. Επιπροσθέτως, στην εν λόγω αποζημίωση πρέπει να συνυπολογισθούν και τα μηνιαία έξοδα παραστάσεως από 350 ευρώ, δοθέντος του ότι κατ’ ουσίαν πρόκειται για πάγια κατά συνεδρίαση αμοιβή μέλους Διοικητικού Συμβουλίου Ανώνυμης Εταιρείας και αποτελούν εισόδημα της εννοίας του άρθρου 12 του ν. 4172/2013, ενώ οι μηνιαίες προμήθειες από πωλήσεις είναι αβέβαιο κονδύλιο μη επιδεχόμενο δικαστική εκτίμηση εξαιτίας του ότι η σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων, λόγω της κοινώς γνωστής υφέσεως της Εθνικής Οικονομίας επλήγη καιρίως και πρωτίστως. Επομένως, ο Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι ο εκκαλών στερήθηκε και εζημιώθη αντιστοίχως. κατά την έννοια των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ (διαφυγόν κέρδος), τις αποδοχές που συνεκτιμουμένης και της προεκτεθείσης πτώσης του βιοτικού επιπέδου, θα αποκόμιζε με βεβαιότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων για την προαναφερόμενη επαγγελματική του απασχόληση για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2009 το ποσόν των 2.700 ευρώ (1.350 ευρώ ανά μήνα) και για το χρονικό διάστημα από 1.9.2009 έως 31.8.2012 το ποσό των 25.935 ευρώ κατά στρογγυλοποίηση (1.350 ευρώ ανά μήνα, μείον 629,59 ευρώ μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε με την υπ’ αριθμ. 1.114/4.5.2010 απόφαση του Προϊσταμένου της Α’ Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης του Ο,Α.Ε.Ε, =720,41 ευρώ επί 36 μήνες = 25.935) και για το χρονικό διάστημα από 1,9.2012 έως 31,12.2017 το ποσόν των 46,106 ευρώ κατά στογγυλοποίηση (1350 ευρώ ανά μήνα. κατά τα προεκτεθέντα, μείον 629,59 ευρώ η μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε, =720,41 ευρώ, επί 64 μήνες,= 46.106.24 ευρώ) και συνολικά 74.741 ευρώ, κατά τον εν μέρει βάσιμο ανωτέρω λόγο της κρινομένης εφέσεως.

19.Επειδή, με την κρινόμενη έφεση δεν προβάλλεται άλλος λόγος σχετικά με την τοκογονία της εν λόγω οφειλής και τον χρόνο καταβολής της (εφάπαξ ή κατά δόσεις) και συνεπώς οι απαιτήσεις του εκκαλούντος διαμορφώνονται ως εξής: Α) για μεν την από 22.6.2012 αγωγή στο συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ (100.000 για ηθική βλάβη και 100.000 ευρώ για την αυτοτελή αποζημίωση) που είναι καταβλητέο εφάπαξ, Β) για δε την από 29.8.2012 δεύτερη αγωγή του επί πλέον των επιδικασθέντων 344.253 ευρώ για αποκλειστικές νοσοκόμες με την 514/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, 26.280 ευρώ (370.533- 344.253, βλ. σκέψη 15) στο συνολικό ποσό των 484.992 ευρώ [370.553 ευρώ για αποκλειστικές νοσοκόμες + 980 ευρώ (όπως επιδικάσθησαν με την 514/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) + 38.738 ευρώ για διάφορες δαπάνες (όπως επιδικάσθησαν με την 514/201.6 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) + 47.700 ευρώ επί πλέον των επιδικασθέντων με την 514/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου 27.041 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του (74.741-27.041, βλ. σκέψη 18], εκ του οποίου τα ποσά των 233.640 ευρώ (βλ. σκέψη 15) και 46.106 ευρώ (βλ. σκέψη 18) και συνολικά 279.746 ευρώ που ανάγονται στο μέλλον, ήτοι στο χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της αγωγής (1.9.2012 έως 31.12.2017) θα πρέπει να καταβληθούν κατά τα γενόμενα πρωτοδίκως δεκτά σε 64 δόσεις, ήδη η κάθε μία 4.371 ευρώ κατά στρογγυλοποίηση, το δε υπόλοιπο ποσό των 205.246 ευρώ (484.992 μείον 279.746 ευρώ) θα καταβληθεί σε εφάπαξ κεφάλαιο. Μετά από αυτά η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να μεταρρυθμισθεί αναλόγως η εκκαλούμενη απόφαση, ενώ τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει ήττας και νίκης αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ’του Κ.Δ.Δ.),

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται εν μέρει την έφεση,

Μεταρρυθμίζει την 2236/2014 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης,

Υποχρεώνει το εφεσίβλητο νοσοκομείο να καταβάλει στον Θ. Γ. για την αναφερόμενη στο ιστορικό αιτία, μαζί με τα επιδικασθέντα από την 514/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το συνολικό ποσό των εξακοσίων ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα δύο ευρώ [684.992 ευρώ (200.000 + 484.992 ευρώ)]. Η καταβολή του εν λόγω ποσού πρέπει να γίνει ως εξής: α) όσον αφορά το ποσό των τετρακοσίων πέντε χιλιάδων διακοσίων σαράντα έξι ευρώ [405.246 ευρώ (200.000 + 205.246 ευρώ)] σε εφάπαξ κεφάλαιο νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως, εκ του οποίου το μεν ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από τις 22.6.2012 έως την ολοσχερή εξόφληση, ενώ το υπόλοιπο ποσό των διακοσίων πέντε χιλιάδων διακοσίων σαράντα έξι (205.246 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από τις 30.8.2012 έως την ολοσχερή εξόφληση, β) όσον αφορά το ποσό των διακοσίων εβδομήντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων σαράντα έξι ευρώ (279.746 ευρώ) σε εξήντα τέσσερεις (64) μηνιαίες δόσεις των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ (4.371 ευρώ) καταβλητέες την 1η ημέρα κάθε μήνα από 1.9.2012 έως 31.12.2017, νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως από το ληξιπρόθεσμο της κάθε δόσης έως την ολοσχερή εξόφληση αυτής.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδο μεταξύ των διαδίκων.

Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα μέρους του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους είκοσι (20,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 10-2-2016 και 2- 3-2016 και δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού στις 28-4-2016

Ανθρωποκτονία από αμέλεια, τελεσθείσα δια παραλείψεως κατά παραυτουργία από υποχρέους

Ανθρωποκτονία από αμέλεια, τελεσθείσα δια παραλείψεως κατά παραυτουργία από υποχρέους

Αριθμός 86/2019

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΠΛΗΜΜΕΛΗΜΑΤΩΝ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Σύνθεση: Χαράλαμπος Παπακώστας, Πρόεδρος Εφετών, Φωτεινή Μηλιώνη, Εφέτης, Χρήστος Τσάκας, Εφέτης.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20.03.2019 (κατόπιν διακοπής από τη συνεδρίαση της 19.03.2019), με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Εφετών Γεώργιου Σαπαντζή και της Γραμματέως Μάρθας Κιουρτσίδου, κατόπιν της υπ’ αριθ. 234/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ’ αριθ. 198/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε μετά από τις εφέσεις των 1) Σ. Τ. του Γ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τζιούφα, και 2) Π. Κ. του Η., κατοίκου …, που παραστάθηκε χωρίς συνήγορο, κατά της υπ’ αριθ. 1021/2016 αποφάσεως του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον  Β. Δ., κάτοικο …, ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Νικολάου Διαλυνά και Αναστασίας Οικονόμου Κατσανίδου.

Πράξη: Ανθρωποκτονία από αμέλεια, τελεσθείσα δια παραλείψεως κατά παραυτουργία από υποχρέους.

[…]

[Παραλείπονται έκθεση πρακτικών κ.λπ.]

ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ 1 του Π.Κ., “όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών”. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., “από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν”. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου, υποκειμενικά δε, α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή και τρίτου, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμέλειας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν η υπαιτιότητα του παθόντος ή του τρίτου συντέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος. Εξάλλου, όταν η αμελής πράξη δεν συνίσταται μόνο σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του εγκληματικού αποτελέσματος, για την ανθρωποκτονία από αμέλεια που διαπράττεται με αυτόν τον τρόπο και συνιστά έγκλημα που τελείται με παράλειψη, απαιτείται (επιπλέον των όρων του άρθρου 28 Π.Κ.) και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., το οποίο ορίζει ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου να προβεί σε ενέργεια αποτρεπτική του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Δεν αρκεί δηλαδή η ύπαρξη απλής ηθικής υποχρέωσης ούτε γενικής νομικής υποχρέωσης για συνδρομή, ώστε να προληφθεί το επιβλαβές αποτέλεσμα, αλλά απαιτείται ιδιαίτερη (ειδική) νομική υποχρέωση, η οποία επιφορτίζει τον υπαίτιο της παράλειψης να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος με τη δημιουργία και διασφάλιση πραγματικής κατάστασης, που εξυπηρετεί και διαφυλάσσει τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του υπόχρεου, με την οποία αυτός αυτοβούλως αναδέχεται την αποτροπή που δημιούργησε τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση έχουν και οι ιατροί έναντι των ασθενών, η δε ιδιαίτερη αυτή νομική τους υποχρέωση να αποτρέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου ή της σωματικής βλάβης του ασθενούς απορρέει από το νόμο (άρθρ. 13 και 24 του Α.Ν. 1565/1939 “περί Κώδικα ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος” και από τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) και από την εγγυητική θέση του ιατρού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Περαιτέρω, στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης και του εγκληματικού αποτελέσματος που επήλθε, όταν, με μεγάλη πιθανότητα που αγγίζει τη βεβαιότητα και όχι με βεβαιότητα, όπως συμβαίνει στα άλλα εγκλήματα από αμέλεια και στα εγκλήματα δόλου, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (θανάτωση προσώπου, σωματική βλάβη κ.λπ.), εάν ο υπόχρεος πραγματοποιούσε την ενέργεια, στην οποία είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί και την οποία παρέλειψε. Για τη θεμελίωση δε αιτιώδους συνδέσμου, αρκεί η σχετική παράλειψη να ήταν ένας μόνον από τους περισσότερους όρους παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επερχόταν. Ακόμη, όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το αποτέλεσμα που επήλθε τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και, συνεπώς, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους ενεργούς παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως. Ειδικότερα, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, θεμελιώνεται ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από μέρους του των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματος του και ανάγεται σε νομική υποχρέωσή του με επιτακτικούς κανόνες, καθώς και από την εγγυητική του θέση απέναντι στην ασφάλεια της ζωής και της υγείας του ασθενούς, η οποία δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης (ΑΠ 234/2019, ΑΠ 122/2019, ΑΠ 367/2018, ΑΠ 634/2017, ΑΠ 1057/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση της εκκαλούμενης και των πρακτικών αυτής, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, την απολογία των κατηγορουμένων και γενικά από την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα.

Η Μ.Χ. κάτοικος, όσο ζούσε, …, γεννήθηκε το έτος 1978. Τον Απρίλιο του έτους 2011 ήταν 32 ετών και από το γάμο της με τον άνω Β. Δ. είχε μέχρι τότε αποκτήσει δύο τέκνα, τη Δ. και τη Σ., που γεννήθηκαν τα έτη 2005 και 2007. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της και για τα δύο ως άνω τέκνα της παρακολουθείτο από τον Α. Κ., μαιευτήρα-γυναικολόγο, της Μαιευτικής Κλινικής του Γ.Ν. Πτολεμαΐδας «ΜΠΟΔΟΣΑΚΕΙΟ». Και οι δύο αυτές γεννήσεις έγιναν με καισαρική τομή, στο άνω νοσοκομείο από τον προαναφερόμενο ιατρό. Στις 22 Απριλίου 2011 η Μ. Χ. ήταν και πάλι έγκυος, διανύουσα την 32η εβδομάδα της κύησής της (τρίτης). Και ενώ οι δύο πρώτες εγκυμοσύνες ήταν σχετικά καλές, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, στην άνω τρίτη εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια του προγεννητικού ελέγχου διαπιστώθηκε επιπωματικός πλακούντας Συγκεκριμένα κατά την 21η εβδομάδα κύησης (στις 27-1-2011) ο πλακούντας ήταν επιπωματικός (βλ. το υπεροχογράφημα 2ου επιπέδου, από 27/1/2011, στο Κέντρο «ΠΡΟΓΕΝΝΗΤΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ», στην Κοζάνη), ενώ στις 14-4-2011, κατά τον έλεγχο (με υπερηχογράφημα) στο άνω Κέντρο διαπιστώνεται και πάλι ότι ο πλακούντας είναι επιπωματικός, μη φυσιολογικός, που εκτείνεται προς το πρόσθιο τοίχωμα κοντά στην τομή της προηγούμενης καισαρικής. Εξαιτίας του επιπωματικού πλακούντα η εγκυμονούσα ήταν, όπως επιβαλλόταν, υπό συνεχή παρακολούθηση από τον άνω γυναικολόγο Α. Κ. Και τούτο γιατί ο επιπωματικός πλακούντας, που αποτελεί μία παραλλαγή του προδρομικού πλακούντα και μάλιστα την πιο βαριά γιατί αναπτύσσεται στο χαμηλότερο σημείο της μήτρας και καλύπτει μέρος του τραχήλου, φράζοντας αυτόν και έτσι καθιστά ανέφικτο το φυσιολογικό τοκετό, μπορεί να προκαλέσει αιμορραγία κατά την εγκυμοσύνη (βλ. ενδεικτικά: Στ. Μανταλενάκης Σύνοψη Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Γ’ έκδοση, σελ. 266 επ). Μάλιστα η άνω εγκυμονούσα ήδη, μέχρι τις 22/4/2011, αισθανόμενη πόνους στην κοιλιά,  μετά από σύσταση του γυναικολόγου της νοσηλεύτηκε, για μία-δύο ημέρες στο νοσοκομείο της Πτολεμαΐδας. Ο παραπάνω γυναικολόγος, μετά και την τελευταία εξέταση της εγκυμοσύνης (στις 14-4-2011), όντας καθησυχαστικός, πληροφόρησε τελευταία και το σύζυγό της ότι δεν υπήρχε ιδιαίτερο πρόβλημα, ότι θα πρέπει μόνο να επιδεικνύεται προσοχή, ότι με την αίσθηση πόνου να μεταβούν στο νοσοκομείο και ότι σε περίπτωση τοκετού, αν δεν εφημέρευε παιδίατρος τότε θα φρόντιζαν να καλέσουν εξωτερικό παιδίατρο (βλ. την κατάθεση του Β. Δ. ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Στις 22-4-2011, βράδυ Μεγάλης Παρασκευής και περί ώρα 22:00, ήταν στην εκκλησία του χωριού της μαζί με το σύζυγό της Β. Δ. Εκεί, κάποια στιγμή, αισθάνθηκε αιφνίδιο οξύ πόνο στο υπογάστριο. Ανήσυχος ο σύζυγός της, μετά και τις άνω οδηγίες του γυναικολόγου της, τη μετέφερε με το αυτοκίνητό του, μέσα σε 20-25 λεπτά, περίπου στις 22:15-22:20, στο Γ Νοσοκομείο Πτολεμαΐδας. Άμεσα εισήχθη στο νοσοκομείο και μεταφέρθηκε στη Μαιευτική-Γυναικολογική Κλινική. Την ώρα εκεί δεν ήταν ο άνω γυναικολόγος της Α. Κ., ούτε υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία ή ειδοποίηση αυτού, αλλά ήταν εκεί ο Γ. Σ., ειδικευόμενος ιατρός της κλινικής. Αυτός γνώριζε για την κατάσταση της εγκυμονούσας από προηγούμενες επισκέψεις της, ενώ έλαβε και γνώση του ιστορικού της από τον ιατρικό φάκελο. Ο άνω ειδικευόμενος ειδοποίησε άμεσα τον πρώτο κατ/νο, γυναικολόγο-χειρουργό-μαιευτήρα, διευθυντή της παραπάνω κλινικής, ο οποίος τότε εφημέρευε και ήταν στην κλινική. Συγχρόνως ενημερώθηκε και από τον άνω ειδικευόμενο για το παραπάνω (όλο) ιστορικό της εγκυμονούσας (για τις δύο προηγούμενες καισαρικές και τον επιπωματικό πλακούντα). Άμεσα προχώρησε στην εξέτασή της. Κατά τη διάρκεια της εξέτασής της ο πόνος της ήταν διαρκώς έντονος, ενώ σύμφωνα με την κατάθεση του συζύγου της (βλ. πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου) στο πρόσωπό της παρουσίαζε  ωχρότητα και είχε εφίδρωση. Είχε όμως καλή επικοινωνία με το περιβάλλον και απαντούσε στις ερωτήσεις των ιατρών. Ο πρώτος κατ/νος της τοποθέτησε ορό, αξιολόγησε τα ζωτικά σημεία της εγκύου (επίπεδο συνείδησης, αρτηριακή πίεση, σφύξεις) και έλεγξε τους παλμούς του εμβρύου. Ειδικότερα η αρτηριακή της πίεση ήταν 110/70 και οι σφύξεις 70/ανά λεπτό, δηλαδή φυσιολογικές, ενώ έλεγξε και τους παλμούς του εμβρύου, με τη χρήση φορητού μηχανήματος και η διαπίστωσή του ήταν αυτό (το έμβρυο) είχε φυσιολογική καρδιακή συχνότητα. Ελέγχοντας με το χέρι του τη μήτρα της εγκύου αντιλήφθηκε ότι η μήτρα παρουσίαζε συσπάσεις, ενώ δεν διαπίστωσε (και δεν υπήρχε) κολπική αιμόρροια. Αρκέστηκε στις ως άνω εξετάσεις και δεν συνέδεσε την έγκυο με καρδιογράφο, για την παρακολούθηση των παλμών του εμβρύου (κυρίως) και της εγκύου, δεν προέβη σε υπερηχογραφικό (όχι μόνο με το φορητό μηχάνημα) έλεγχο του εμβρύου και της κοιλιακής κοιλότητας της εγκύου και δεν προχώρησε σε προεγχειρητικό αιματολογικό έλεγχο αυτής. Τον κατά τον άνω τρόπο έλεγχο (με καρδιοτογράφο. με υπέρηχο και με εργαστηριακό έλεγχο) και ο ίδιος αναφέρει ότι δεν πραγματοποίησε. Και τούτο γιατί, όπως και ο ίδιος αναφέρει, μετά την ολοκλήρωση του προαναφερόμενου ελέγχου της εγκύου (με λήψη της αρτηριακής πίεσής της, του ελέγχου των παλμών του εμβρύου με φορητό μηχάνημα και της μήτρας της εγκύου), σε συνδυασμό με τις διαπιστώσεις του, όπως αναφέρθηκαν (με καλή κλινική γενική κατάσταση και καλά τα ζωτικά σημεία της), αξιολογώντας αυτά έκρινε ότι επέρχεται τοκετός (πρόωρος) γι’ αυτό και οι πόνοι και οι συσπάσεις της μήτρας και ότι προς τούτο η καλύτερη, ασφαλέστερη για την έγκυο και το έμβρυο και ταχύτερη λύση για τον τοκετό ήταν η μεταφορά της εγκύου στο νοσοκομείο Κοζάνης γιατί στο νοσοκομείο της Πτολεμαΐδας δεν εφημέρευε παιδίατρος και υπήρχε απαγόρευση να καλείται ιδιώτης παιδίατρος. Αξιολογώντας ότι επίκειται πρόωρος τοκετός για να αναστείλει τον τοκετό μέχρις ότου μεταφερθεί η έγκυος στο νοσοκομείο Κοζάνης, δηλαδή για χρονικό διάστημα 20-30 λεπτών, χορήγησε σ’ αυτή και τοκολυτικό φάρμακο, το Yotopar. Στο σχετικό φύλλο λογοδοσίας του (βλ. το αναγνωσθέν, ως άνω, από 22-11-2011 φύλλο λογοδοσίας) δεν προσδιορίζεται η ποσότητα του φαρμάκου που χορήγησε, πλην όμως ο ίδιος κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αναφέρει ότι χορήγησε ποσότητα 30 μικροσταγόνων (και αυτή γίνεται δεκτό ότι χορήγησε), που αποτελεί την ελάχιστη δυνατή (για αναστολή του τοκετού για διάστημα 20-30 λεπτών), με επιτρεπόμενη μέγιστη, σε κάθε περίπτωση 80 μικροσταγόνων. Ωστόσο και ο ίδιος με την ολοκλήρωση του ελέγχου, έχοντας και την άνω ενημέρωσή του για το ιστορικό της εγκύου, διέγνωσε, ως πιθανότητα, και τη ρήξη της μήτρας της εγκύου, γι’ αυτό (σε συνδυασμό και με τις συσπάσεις της μήτρας) και επιδίωξε να επισπεύσει τη μεταφορά της στο νοσοκομείο Κοζάνης, όπου, επειδή εκεί υπήρχε παιδίατρος, θα ήταν ασφαλέστερος ο τοκετός και η αντιμετώπιση της πιθανής ρήξης (βλ. και απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Έτσι, ολοκληρώνοντας τον άνω έλεγχο, δεν συζήτησε με το σύζυγο της εγκύου για την κλήση ιδιώτη παιδιάτρου ούτε αναζήτησε ο ίδιος παιδίατρο εκτός του νοσοκομείου, έχοντας αποφασίσει τη μεταφορά της στην Κοζάνη. Πράγματι με ασθενοφόρο, που αναχώρησε από το νοσοκομείο της Πτολεμαΐδας στις 23:00 περίπου και στο οποίο επέβαινε και ο άνω ειδικευόμενος ιατρός Σ., η έγκυος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Κοζάνης. Πριν την αναχώρηση του ασθενοφόρου, ο πρώτος κατ/νος επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Γ. Π. ειδικευόμενο ιατρό της μαιευτικής κλινικής του άνω νοσοκομείου Κοζάνης για τη μεταφορά εκεί της επιτόκου, λέγοντάς του ότι πρόκειται για σοβαρό περιστατικό επιτόκου με επιπωματικό πλακούντα, πρόωρες συσπάσεις και πιθανή ρήξη μήτρας ενώ ζήτησε απ’ αυτόν να ενημερώσει άμεσα τον εφημερεύοντα ειδικό ιατρό, επιμελητή τις κλινικής (βλ. την κατάθεση του άνω ιατρού-γυναικολόγου ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Επιμελητής της κλινικής και εφήμερε τότε γυναικολόγος ήταν ο δεύτερος κατ/νος (ο Π. Κ.), επιμελητής (τότε) και ήδη από το έτος 2013 διευθυντής της Μαιευτικής Κλινικής. Ο δεύτερος κατ/νος ενημερώθηκε άμεσα, για όλα τα ως άνω, από το Γ. Π. δίνοντάς του εντολή να ετοιμαστεί το χειρουργείο και προς τούτο να ειδοποιήσει και τους εφημερεύοντες παιδίατρο αναισθησιολόγο και νοσηλεύτρια. Αναμένοντας όλοι το ασθενοφόρο, η έγκυος λίγο πριν τις 23:30 ήταν στο χώρο της κλινικής. Κατά την εκεί άφιξή της ο πόνος της συνέχισε να είναι έντονος και διαρκής και η όψη της ήταν χλωμή, με εφίδρωση, δείχνοντας την εικόνα “τραγικού προσωπείου” (κατά το δεύτερο κατ/νο). Η παιδίατρος, Α.Λ. στην κατάθεσή της αναφέρει ότι η έγκυος είχε «όψη πάσχοντος, ωχρότητα, συσπάσεις προσώπου, βογκούσε. Πονούσε…», ενώ η αναισθησιολόγος Α. Γ. καταθέτει ότι «Ήταν ωχρή, είχε ταχύπνοια και ταχυκαρδία αφού την σύνδεσα με το μόνιτορ …», διατηρώντας όμως την επικοινωνία μαζί της (βλ. τις καταθέσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Η κατάσταση της ήταν πράγματι όπως, ως άνω, περιγράφεται, έστω και αν αμφισβητείται από τον πρώτο κατ/νο, για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του ότι ήταν καλή (η εν γένει κλινική εικόνα της) κατά την εξέτασή της απ’ αυτόν στο νοσοκομείο Πτολεμαΐδας (υποστηρίζοντας ότι παρέμεινε το ίδιο καλή, γιατί δεν δικαιολογείται η διαφοροποίησή της σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα), καθόσον ενισχύεται και από την κατάθεση του συζύγου της Β. Δ (βλ. την κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου). Με την εισαγωγή της εγκύου στην κλινική, ο δεύτερος κατ/νος, έχοντας μάλιστα και την άνω κλινική εικόνα αυτής χωρίς καμία καθυστέρηση ζητεί τη διενέργεια υπερηχογραφικού ελέγχου και προεγχειριτικού εν γένει έλεγχου αυτής (αιματολογικού, καρδιολογικού κ.λ.π.). γίνεται αμέσως υπερηχογραφικός έλεγχος του εμβρύου και επιβεβαιώνεται ότι ο πλακούντας είναι επιπωματικός και στο έμβρυο δεν εμφανίζεται κάποιο πρόβλημα. Η διάρκεια του ελέγχου αυτού ανέρχεται σε 5-6 λεπτά περίπου (βλ. την κατάθεση του άνω ειδικευόμενου Γ. Π.), ενώ σε αντίγραφο του υπερηχογραφήματος, εμφανίζεται ως ώρα διενέργειάς του η 22η 29:30′ (δηλαδή 23.29.30, μετά την αλλαγή της ώρας). Ακολουθεί αιματολογικό έλεγχος στο μικροβιολογικό εργαστήριο του νοσοκομείου, που φέρει ώρα 23:49′. Κατά το έλεγχο αυτόν η έγκυος είχε αιμοσφαιρίνη 12.5, αιματοκρίτη 37.1, αιμοπετάλια 215, ερυθρά 3.92 κρεατινίνη 0,48 κ.λ.π. (βλ το με κωδικό 0111/1111121/22-4-2011 έντυπο της γενικής εξέτασης αίματος, όπου εμφανίζονται οι εν γένει ενδείξεις των αποτελεσμάτων, αλλά και η άνω ώρα διενέργειας του ελέγχου στο εργαστήριο). Ο αιματολογικός αυτός έλεγχος (γενική αίματος, πηκτικός μηχανισμός) αλλά και ο βιοχημικός, ήταν φυσιολογικός, όπως τούτο, επιβεβαιώνεται χαρακτηριστικά και από τις με ημερομηνία 16-6-2015 και 8-4-2014 γνωμοδοτήσεις του Δ. Β., καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ., μαιευτήρα-γυναικολόγου και του Μ. Τ., καθηγητή στο Εργαστήριο της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Α.Π.Θ., «αντίστοιχα (προσκομίζονται από τον πρώτο κατ/νο και αναγνώσθηκαν κατά τα άνω), αλλά και από τις καταθέσεις τόσο των ίδιων, όσο και του Σ. Ν., ειδικού Ιατροδικαστή, ομότιμου καθηγητή Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ. (βλ. αυτές τις καταθέσεις από τα πρακτικά των Δικαστηρίων που εξετάσθηκαν). Ακολούθως, ο δεύτερος κατ/νος, με την ολοκλήρωση των άνω ελέγχων, έχοντας ορθά διαγνώσει τη σοβαρότητα της κατάστασης, αναφέρει στο σύζυγο της εγκύου ότι πρέπει να γίνει άμεσα ο τοκετός, με καισαρική, ” για να σωθεί η γυναίκα σας “. Περίπου στις 24:00 αρχίζει η χειρουργική επέμβαση. Η επέμβαση αυτή (καισαρική τομή) έγινε με την παρουσία και συμμετοχή των παραπάνω ιατρών, δηλαδή του ειδικευόμενου Γ. Π., της αναισθησιολόγου Α. Γ., και της παιδιάτρου Α. Λ. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης, αμέσως με τη διάνοιξη των κοιλιακών τοιχωμάτων της επιτόκου από την κοιλιακή της χώρα, ο δεύτερος κατ/νος διαπιστώνει παρουσία αίματος, μεγάλης (και κατά τον ίδιο) ποσότητας, πολλαπλές συμφήσεις και ρήξη του τοιχώματος της μήτρας στο ύψος της παλαιάς ουλής που αιμορραγούσε επειδή από κάτω ήταν ο πλακούντας (βλ. και το πρακτικό χειρουργείου). Η ρήξη του τοιχώματος ήταν, όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια μήκους 7 εκατ. (βλ. την από 12-5-2011 ιστοπαθολογική εξέταση της Ε. Τ., παθολογοανατόμου, που αναγνώσθηκε κατά τα άνω). Μάλιστα η διάνοιξη της μήτρας, λόγω των λεπτών τοιχωμάτων της, έγινε με τα χέρια, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια και χωρίς τη χρήση ειδικού εργαλείου (νυστέρι). Μετά τη διάνοιξη της μήτρας και του πλακούντα, περί ώρα 00:15, μέσα από «λίμνη αίματος», όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο άνω αναισθησιολόγος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εξήλθε νεογνό, αρτιμελές, θήλυ βάρους 2.000 γραμμαρίων. Το νεογνό, το οποίο ήταν απόλυτα υγιές ροδαλό, με καλό μυϊκό τόνο και κινητικότητα, το παραλαμβάνει η παιδίατρος, η οποία, ενημερώνοντας αμέσως (περίπου στις 00:15- 00:30) τον πατέρα αυτού (τον Β. Δ.) ότι είναι καλά, το μετέφερε μέσα σε θερμοκοιτίδα μεταφοράς, σε δωμάτιο της Μαιευτικής κλινικής. Συνεχίζοντας ο δεύτερος κατ/νος προέβη στην αφαίρεση του  πλακούντα, ο οποίος, αιμορραγώντας, έβγαινε κατά τμήματα και όχι ολόκληρος, και στον καθαρισμό της μήτρας. Ήδη, όμως, η άνω Μ.Χ., λόγω της απώλειας μεγάλης ποσότητας αίματος, άρχισε να εμφανίζει σημάδια μη ελεγχόμενης αιμοδυναμικής αστάθειας, παρά τις προσπάθειες αιμοδυναμικής υποστήριξής της από την άνω αναισθησιολόγο. Ο δεύτερος κατ/νος αξιολογώντας ότι πρέπει να περιοριστεί μόνο στην καισαρική τομή, παρότι υπήρξε μεγάλη απώλεια αίματος, δεν είχε αποκλειστεί η συνέχιση της αιμορραγίας, η Μ. Χ. εμφάνιζε αιμοδυναμική αστάθεια και η αρτηριακή πίεσή της έπεφτε συνεχώς (από την έναρξη της καισαρικής τομής) προχωρά περίπου 01:00 – 01:30 στη συρραφή της μήτρας σε δύο στρώματα, λύση των συμφύσεων και ακολούθως, μόλις έκρινε ότι είχε ελεγχθεί η αιμορραγία, στη συρραφή των κοιλιακών τοιχωμάτων κατά στρώματα. Και μετά τη συρραφή παραμένει στο χειρουργείο, παρακολουθώντας την εξέλιξη της υγείας της. Όμως η τελευταία συνεχίζει να παρουσιάζει σημάδια μία ελεγχόμενης, μάλιστα αυξημένης, αστάθειας παρά την αιμοδυναμική υποστήριξή της με χορήγηση και άλλου αίματος, και η αρτηριακή πίεση συνεχώς μειώνεται, κινούμενη σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως καταγράφεται στο διάγραμμα αναισθησίας (που αναγνώσθηκε), η αρτηριακή πίεσή της από την έναρξη της επέμβασης (ώρα 00:00′) μέχρι τις 03:00, και 03:30’ήταν συνεχώς φθίνουσα (από 100-110/65-70, περίπου στις 00:00, σε 80/45-50 στις 00:30, σε 70/40 στη 1:00, σε 60/40, περίπου στις 02:00 σε 60/35 στις 02:30 και σε σχεδόν 50/25-30 στις 03:00). Οι σφυγμοί της το ίδιος διάστημα ήταν συνεχώς 130 περίπου ανά λεπτό. Δεν αξιολογεί τη συνεχιζόμενη αιμοδυναμική αστάθειά της και τους κινδύνους απ’ αυτή και δεν συνδέει την αστάθειά της αυτή με πιθανή συνέχιση της αιμορραγίας. Δεν εκτιμά σωστά την κατάσταση της υγείας της και η αναισθησιολόγος αρχίζει την ετοιμασία ανάνηψης αυτής. Πολύ αργά, περίπου κατά τις 02:30, αντιλαμβάνεται μικρή αιμορραγία από τον κόλπο, όπως επίσης και παρουσία αίματος στα ούρα (στον ουροσυλλέκτη). Παράλληλα άρχισαν να εμφανίζονται εκτεταμένα αιματώματα σε μέγεθος καρυδιού στην περιοχή των αντιβραχίων, άμφω στις περιοχές των φλεβοκεντήσεων, ένδειξη πλέον διάχυτης ενδαγγειακής πήξης (ΔΕΠ), δηλαδή αιμορραγικού συνδρόμου που χαρακτηρίζεται από ανεξέλεγκτο σχηματισμό και εναπόθεση θρόμβωνινικής και προκαλεί ακατάσχετη αιμορραγία Προς αντιμετώπιση αυτής της αιμορραγίας προχωρά στη σύλληψη με δύο λαβίδες των μηριαίων αγγείων από τον κόλπο. Παρά τούτα η αιμορραγία συνεχίζεται και η ένδειξη διάχυτης ενδαγγειακής πήξης αυξάνει. Τότε και μόνο, λίγο πριν τις 03 00, κρίνει ως επιβεβλημένη και ενδεδειγμένη ιατρικά την ολική αφαίρεση της μήτρας Ενημερώνει γι’ αυτό το σύζυγο της άνω Μ. Χ., τον Β. Δ., λέγοντας του «.. σας ενημερώνω, δεν σας ρωτάω ότι πρέπει να κάνω αφαίρεση της μήτρας, γιατί δεν μπορώ να σταματήσω το αίμα…» (βλ. την κατάθεσή του στα πρακτικά της αναιρεθείσας 198/2018 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου). Περί ώρα 03:00, με τη βοήθεια και του ουρολόγου Α. προχωρά στην μαιευτική υστερεκτομή (στην ολική αφαίρεση μήτρας). Η συρραφή ενός τραύματος στην ουροδόχο κύστη μήκους 2-3 εκατ. γίνεται από τον άνω ουρολόγο. Τοποθετείται και ένας πλαστικός σωλήνας παροχέτευσης στο ύψος του δεξιού λαγόνιου βόθρου και ακολούθησε η εκ νέου σύγκλειση των κοιλιακών /τοιχωμάτων κατά στρώματα. Όμως και πάλι η αιμορραγία της άνω Μ. Χ. από την ουροδόχο κύστη, συνεχίζεται. Η διαταραχή της πηκτικότητας του αίματός της ήταν πλέον εμφανής. Η αναισθησιολόγος συνεχίζει, ενόψει της εντεινόμενης αιμοδυναμικής αστάθειας, τη χορήγηση αίματος, πλάσματος και κοιλοειδών διαλυμάτων στην επίτοκο. Ο δεύτερος κατ/νος και όλοι οι άνω γιατροί παραμένουν στη χειρουργική αίθουσα και για μια ώρα παρακολουθούν την εξέλιξη της υγείας της. Δεν αντιλαμβάνεται πλέον αιμορραγία και περί ώρα 06:00 (πρωινή) αποφασίζει της μεταφορά της Μ. Χ. στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας, δίνοντας εντολή για εργαστηριακό έλεγχο με τη προηγούμενη χορήγηση άλλων δύο φιαλών αίματος. Όμως η Μ.Χ. περίπου στις 06:45 υπέστη, λόγω του αιμορραγικού shock, ανακοπή καρδιάς και σε λίγα λεπτά, στις 07:00, επήλθε ο θάνατός της Στο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου της, από τον ίδιο το δεύτερο κατ/νο, καταγράφεται ως αιτία θανάτου της «επιπωματικός πλακούντας, ρήξη μήτρας, αιμορραγία μετά από καισαρική υστερεκτομή, ανακοπή εις ΜΑΦ θάνατος» (βλ. το αριθμ. 0609/23-4-2011 πιστοποιητικό, που αναγνώσθηκε κατά τα άνω). Με τα ως άνω, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι η ανακοπή καρδιάς της Μ. Χ. και ο εξ αυτής θάνατός της οφείλεται στο αιμορραγικό shock που αυτή υπέστη από την κατά τα άνω, ρήξη της μήτρας της. Η ρήξη αυτή παρουσιάστηκε με τον πρώτο οξύ πόνο που η άνω επίτοκος αισθάνθηκε στην εκκλησία του χωριού της, περίπου ώρα 22:00-22:15 της 22ας/4-2011. Η ρήξη της μήτρας, μάλιστα επάνω στην ουλή προηγούμενης καισαρικής τομής, έστω και αν δεν προκαλείται εξ αυτής, με μόνη την εκδήλωσή της, πάντοτε αιμορραγία (πρέπει να επεκταθεί και πέραν της ουλής, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο πρώτος κατ/νος), στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη και όσα εκτέθηκαν, σε σχέση με τις δύο προηγούμενες καισαρικές τομές και τον επιπωματικό πλακούντα, αλλά και την άνω κλινική εικόνα της επιτόκου σήμαινε και την αρχή της εσωτερικής αιμορραγίας. Η ρήξη, κατά τα άνω, ήταν μερική και η αιμορραγία μικρής εκτάσεως, γι’ αυτό και μέχρι ώρα 23:45 οπότε και οι τελευταίες, στο νοσοκομείο Κοζάνης, αιματολογικές εξετάσεις της και ο εν γένει έλεγχός της, η αιμοδυναμική κατάστασή της δεν είχε επηρεαστεί (αρνητικά) ιδιαίτερα και έδειχνε φυσιολογική. Σε κάθε περίπτωση ήταν πιθανός, εγγίζουσα τη βεβαιότητα ο άμεσος κίνδυνος της αιμορραγίας. Η ρήξη δε αυτή επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια, στο νοσοκομείο Κοζάνης περί ώρα 00:15 (της 23ης /4/2011). κατά τη διενέργεια της καισαρικής τομής (βλ. και την άνω ιστοπαθολογική εξέταση της μήτρας). Η ρήξη δεν αμφισβητείται και από τους κατ/νους. Μόνο ο χρόνος εκδήλωσής της αμφισβητείται απ’ αυτούς, καθόσον κατά μεν τον πρώτο έγινε μετά την άφιξη της επιτόκου στο νοσοκομείο Κοζάνης (γι’ αυτό και κατά τον ίδιο η κλινική εξέτασή της ενώπιον του ήταν καλή κι είχε συσπάσεις μόνο τοκετού, χωρίς συμπτώματα ρήξης, αμφισβητώντας και τη μεγάλη, κατά την ώρα της καισαρικής, ποσότητα αίματος) κατά δε το δεύτερο-έγινε (η ρήξη) με τους πρώτους πόνους της επιτόκου στην Πτολεμαΐδα, από τις 22:30 (γι’ αυτό και κατά τον ίδιο η ενώπιον του, κατά την εξέταση άσχημη κλινική εικόνα της και η μεγάλη ποσότητα αίματος, κατά τη διάρκεια της καισαρική , περί ώρα 00.00-00:15 της 23ης /4/2011). Αλλά, όχι μόνο η ρήξη της μήτρας και η αιμορραγία εξαιτίας της επιβεβαιώνεται από την ποσότητα του αίματος (μεγάλη οπωσδήποτε, ή «λίμνη αίματος», κατά τη χαρακτηριστική κατάθεση της άνω μάρτυρος αναισθησιολόγου), που βρέθηκε κατά την καισαρική τομή, περί ώρα 00:15’της 23ης/4/2011. Λαμβάνοντας, επίσης, υπόψη την ποσότητα αυτή (μεγάλη) του αίματος στις 00:00-00:15, σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα και την εν γένει κατάσταση της επιτόκου, τόσο κατά την άφιξή της στο νοσοκομείο της Κοζάνης (όπου ο δεύτερος ο κατ/νος), όπως γι’ αυτή, κατά τα παραπάνω, περιγράφεται από το δεύτερο κατ/νο και τους ιατρούς της κλινικής (μάρτυρες), αναισθησιολόγο, παιδίατρο και ειδικευόμενο, όσο και κατά την άφιξή της, στο νοσοκομείο της Πτολεμαΐδας, όπου, κατά τα άνω, η επίτοκος, πέραν από τον οξύ συνεχή πόνο στο χώρο του υπογαστρίου, είχε και ωχρότητα και εφίδρωση, άρχισε με τη ρήξη της μήτρας, περί ώρα 22:00-22:15’της 22/4/2011. Και μπορεί ο πρώτος κατ/νος να αμφισβητεί (αρνούμενος) την άνω κλινική εικόνα της επιτόκου, αναφέροντας μόνο για πόνο της επιτόκου (και όχι συνεχή), πλην όμως ο σύζυγός της (μάρτυρας), με άμεση γνώση, στις καταθέσεις του (βλ. ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) αναφέρει για έντονο, συνεχόμενο, πόνο, ωχρότητα και εφίδρωσή της). Ο μάρτυρας Σ. Ντ., ειδικός Ιατροδικαστής, με αιτιολογία, στηριζόμενη σε επιστημονικά δεδομένα και στην εμπειρία του, καταθέτει πειστικά ότι ο έντονος και συνεχόμενος πόνος στο υπογάστριο σήμαινε, σύμφωνα και με το ιστορικό της επιτόκου, ρήξη της μήτρας ότι η ρήξη ήταν μερική, που προκαλεί αρχικά αιμορραγία μικρού βαθμού και ελεγχόμενη και ότι η αιμορραγία ξεκίνησε, από τον πρώτο οξύ πόνο (βλ. την κατάθεσή του στα πρακτικά της υπ αριθμ. 198/2018 αναιρεθείσας απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου).

Δεν αναιρείται η κρίση αυτή περί της εμφάνισης της ρήξης και αιμορραγίας από τις 22:00-22:15 της 22/4/2011 από το γεγονός ότι αιματολογικός έλεγχος της επιτόκου στις 23:45-23:50 (κατά την εξέτασή της στο νοσοκομείο Κοζάνης) ήταν φυσιολογικός (με τις τιμές που αναφέρθηκαν και σημειώνονται στο έντυπο εξέτασης), γιατί, κατά την άνω κατάθεση του ιατροδικαστή Σ. Ντ., μερικές φορές (ανάλογα με την έκταση της αιμορραγίας και το χρόνο έναρξής της) οι ενδείξεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (βλ. ιδίως την κατάθεση του στα πρακτικά της 198/2018 αποφάσεώς του, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου). Τούτο δε ενισχύεται από το γεγονός ότι, παρότι ο αιματολογικός (και όχι μόνο) έλεγχος στις 23:45-23:50 φαίνεται φυσιολογικός (με αιματοκρίτη 37,1 αιμοπετάλια 215, αιμοσφαιρίνη 12,5, κρεατινίνη 0.48 κ.λ.π.), συγχρόνως η κλινική εικόνα της επιτόκου είναι πολύ κακή (με οξύ πόνο, ωχρότητα, εφίδρωση, σπασμούς προσώπου) και λίγα λεπτά μετά, περί ώρα 00:00- 00:15, παρατηρείται στον κοιλιακό χώρο μεγάλη ποσότητα αίματος. Η αιμορραγία, γίνεται δεκτό, δεν εκδηλώθηκε την ώρα της επέμβασης, αλλά σίγουρα, σύμφωνα και με την άνω κλινική εικόνα της επιτόκου, υπήρχε και κατά το χρόνο της λήψεως αίματος και του ελέγχου αυτού. Παρά, λοιπόν, την αιμορραγία, οι ενδείξεις του ελέγχου φαίνονται φυσιολογικές, μη ανταποκρινόμενες, συνεπώς, στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο της άνω Μ. Χ. διενεργήθηκε, κατόπιν εντολής, έλεγχος σχετικά με τις συνθήκες του θανάτου αυτής. Ο έλεγχος διενεργήθηκε από τον Α. Μ., γυναικολόγο-χειρ. μαιευτήρα, Επιθεωρητή Υγειονομικού-Φαρμακευτικού τομέα, και την Ε. Λ., Επιθεωρήτρια Κοινωνικού Τομέα. Στην αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ 145/18-11- 2011 έκθεση ελέγχου, όπως αυτή κατά τα άνω παραδεκτώς (και χωρίς αντίρρηση) αναγνώσθηκε (βλ. και ΑΠ 436/2012), καταλήγουν στις διαπιστώσεις ότι ο θάνατος της επιτόκου οφείλεται σε ρήξη μήτρας και στην εξ αυτής αιμορραγία, που εκδηλώθηκε με τον αιφνίδιου και οξύ πόνο της επιτόκου στην εκκλησία του χωριού της, περί ώρα 22:00, ότι η ρήξη μήτρας δεν διαγνώσθηκε έγκαιρα ούτε από τον πρώτο κατ/νο (στην Πτολεμαΐδα) ούτε από το δεύτερο κατ/νο (στην Κοζάνη), ότι ειδικότερα ο μεν πρώτος παρέλειψε από αμέλειά του, γι’ αυτό και η μη διάγνωση της ρήξης, να συνδέσει την επίτοκο με καρδιογράφο, να προβεί σε υπερηχογραφικό έλεγχο του εμβρύου και της κοιλιακής κοιλότητα της Μ. Χ., να προβεί σε προεγχειρητικό αιματολογικό έλεγχο αυτής και να προβεί άμεσα σε καισαρική τομή, ο δε δεύτερος από αμέλειά του δεν προέβη, όπως όφειλε λόγω του μαιευτικού ιστορικού της επιτόκου, αμέσως μετά την καισαρική τομή και στην μαιευτική υστερεκτομή. Μετά και αυτή την έκθεση οι δύο κατ/νοι παραπέμφθηκαν και στο πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο ιατρών, το οποίο με απόφασή του (βλ. απόσπασμα πρακτικών συνεδρίασης αυτού στις 20-6- 2014, που αναγνώσθηκε) απάλλαξε πειθαρχικά και τους δύο κατ/νους κρίνοντας για μεν τον πρώτο ότι, ελλείψει εφημερίας παιδιάτρου στο Γ.Ν. Πτολεμαΐδας, ενήργησε ορθώς επιστημονικά παραπέμποντας το περιστατικό στο Γ.Ν. Κοζάνης και ότι, ακόμη, δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της καθυστέρησης (αν υπήρξε) διακομιδής της επιτόκου στην Κοζάνη και του θανάτου της, για δε το δεύτερο κατ/νο ότι αυτός ενήργησε «lege artis», δεδομένου ότι σύμφωνα με τους Ιατρικούς κανόνες δεν ενδεικνυόταν η υποβολή της επιτόκου σε ολική υστερεκτομή. Με βάση όλα όσα παραπάνω εκτέθηκαν, κατ’ ορθή αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, ο θάνατος της άνω Μ.  Χ., που επήλθε κατά τα παραπάνω από καρδιακή ανακοπή εξ αιτίας της ρήξης της μήτρας και της εξ αυτής αιμορραγίας, οφείλεται σε αμέλεια (μη συνειδητή) των δύο κατ/νων, ιατρών (με τις ειδικότητες που είχαν) των Γ.Ν. Πτολεμαΐδας και Κοζάνης, αντίστοιχα, οι οποίοι, ως θεράποντες /άτρομου ανέλαβαν ως υπεύθυνοι τη νοσηλεία της άνω, αν και ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματος τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, έχοντας βάση τόσο σε κείμενες διατάξεις του νόμου περί ασκήσεως του Ιατρικού επαγγέλματος ιατρικής δεοντολογίας (άρθρ.13 και 24 του ΑΝ 1565/1939 «Περί Κώδικα ασκήσεως  του Ιατρικού επαγγέλματος» και 1,2.9 του ν 3418/2005 «περί κανονισμού ιατρικής δεοντολογίας», ως εκ της έννομης θέσης τους ως νοσοκομειακών ιατρών σε κρατικά νοσοκομεία που εφημερεύουν, όσο και από την εγγυητική τους θέση απέναντι στην ασφάλεια ζωής της άνω νοσηλευόμενης, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος της ανθρωποκτονίας των ασθενών των νοσοκομείων τους, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, ως μέσοι συνετοί ιατροί, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν με τη συμπεριφορά τους, παραλείποντας, ο καθένας τους διαδοχικά και αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, συγκεκριμένες ιατρικές πράξεις που είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβούν, σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της επιστήμης. Συγκεκριμένα: Α) Ο πρώτος κατ/νος δεν διέγνωσε έγκαιρα τη ρήξη μήτρας της επιτόκου και την εξ αυτής αιμορραγία, έστω μικρή κατά την ώρα της εξέτασής της στο νοσοκομείο Πτολεμαΐδας. Μπορούσε, ως μέσος συνετός άνθρωπος και επιμελής ιατρός, σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της επιστήμης, να κάνει την άνω διάγνωση. Πληροφορήθηκε άμεσα το ιστορικό της επιτόκου, με δύο προηγούμενες καισαρικές τομές και τον επιπωματικό πλακούντα αλλά και αντιλήφθηκε, ή μπορούσε ευχερώς να αντιληφθεί, τα συμπτώματα που η επίτοκος είχε και την εν γένει κλινική εικόνα της. Αυτή και ενώπιον του είχε, όπως αναφέρθηκε όχι μόνο συνεχή οξύ πόνο στο υπογάστριο, αλλά και ήταν ωχρή και είχε εφίδρωση (ο μάρτυρας σύζυγός της, όπως αναφέρθηκε, στην κατάθεση του ενώπιον ίου Δικαστηρίου τούτου αναφέρει επακριβώς «… η γυναίκα μου εκείνη την ώρα ήταν κατακίτρινη και ιδρωμένη μούσκεμα ..»). Ο συνεχής πόνος στο υπογάστριο και η άνω κλινική εικόνα της, λαμβάνοντας υπόψη και το ιστορικό της επιτόκου, αποτελούσαν σαφείς ενδείξεις ρήξης μήτρας και έναρξης της αιμορραγίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο ίδιος ο πρώτος κατ/νος δεν απέκλεισε την πιθανότητα της ρήξης της μήτρας, αναφέροντας μάλιστα στον Γ.  Π., ειδικευόμενο τότε ιατρό του νοσοκομείου Κοζάνης, κατά την τηλεφωνική ενημέρωσή του, για την πιθανότητα ρήξης μήτρας της επιτόκου (βλ. και την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου). Έτσι, αν και ο ίδιος θεωρούσε ως πιθανή τη ρήξη της μήτρας, περιορίστηκε μόνο στον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης και σφύξεων της επιτόκου, των παλμών του εμβρύου με τη χρήση μόνο φορητού μηχανήματος   και της μήτρας της επιτόκου, χρησιμοποιώντας το χέρι του. Δεν προέβη, όπως επέβαλαν οι παραδεδεγμένοι ιατρικοί κανόνες, σε περαιτέρω και πιο ακριβέστερο έλεγχο της επιτόκου, καθόσον το άνω ιστορικό της επιτόκου και τα συμπτώματά της είναι προφανές ότι έπρεπε να προκαλέσουν την αφημένη προσοχή του, να τον προβληματίσουν έγκαιρα και να τον οδηγήσουν σε επί πλέον εξετάσεις και δη: α) σε σύνδεση της επιτόκου με τον καρδιογράφο, β) σε υπερηχογραφικό έλεγχο του εμβρύου και της κοιλιακής κοιλότητας της επιτόκου και γ) σε προεγχειρητικό έλεγχο αυτής. Με αυτές τις ενδεδειγμένες ιατρικές ενέργειες και την παρακολούθηση της επιτόκου για περισσότερο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να αξιολογήσει καλύτερα και ασφαλέστερα την κατάσταση της επιτόκου και να προχωρήσει στην ορθή διάγνωση ότι υπάρχει ρήξη μήτρας και έναρξη αιμορραγίας. Ο έλεγχός του ήταν βιαστικός, δεν αναζήτησε καν τη δυνατότητα να κληθεί παιδίατρος (παρότι ο σύζυγος της επιτόκου του είπε ότι είχε τη δυνατότητα να καλέσει ιδιώτη παιδίατρο) και δεν διερεύνησε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τη δύσκολη κατάσταση της επιτόκου στο νοσοκομείο Πτολεμαΐδας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο μάρτυρας Β. Δ., καταθέτει ότι είδε τον κατ/νο  «τρομοκρατημένο». Είχε δε ο πρώτος κατ/νος το χρόνο να προβεί στον άνω περαιτέρω έλεγχο, γιατί, όπως επιβεβαιώθηκε και από την άνω μετέπειτα εξέλιξη, η ρήξη της μήτρας, κατά την εξέταση της επιτόκου ενώπιον του, ήταν μερική ; και η αιμορραγία μικρή. Οι εξετάσεις αυτές (με καρδιοτοκογράφο, υπέρηχο) δεν συνδέονται μόνο με την ασφάλεια υγείας του εμβρύου, αλλά με αυτές και την επισταμένη παρακολούθηση της κλινικής εικόνας της επίτοκου, θα μπορούσε να έχει ασφαλέστερη και πλέον έγκαιρη διάγνωση της ρήξης και της αιμορραγίας. Εξαιτίας των παραλείψεών του αυτών έκρινε ότι επίκειται  πρόωρος τοκετός (από τις συσπάσεις της μήτρας που διαπίστωσε με το χέρι του και χορήγησε τοκολυτική αγωγή   για την αναστολή των συσπάσεων, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο τοκετός μέχρι την άφιξη της επιτόκου στο νοσοκομείο Κοζάνης. Όπως και ο ίδιος εκθέτει, απολογούμενος, χορήγησε, στην επίτοκο 30 μικροσταγόνες yutopar, κατ’ αυτόν ελάχιστη ποσότητα (με μέγιστη τις 80 μικροσταγόνες). Η χορήγηση, όμως, της άνω τοκολυτικής αγωγής αντενδείκνυται στην περίπτωση της ρήξης μήτρας και επέτεινε, έστω και η άνω ελάχιστη ποσότητα την αιμορραγία (βλ. ειδικότερα και τη κατάθεση του ιατροδικαστή Σ. Ν.). Με όλα αυτά δεν διέγνωσε έγκαιρα τη ρήξη μήτρας και την έναρξη αιμορραγίας δεν εκτίμησε, όπως όφειλε και μπορούσε τον κίνδυνο που απειλούσε το έννομο αγαθό της ζωής της επιτόκου και δεν αξιολόγησε έγκαιρα τον επείγοντα χαρακτήρα του περιστατικού, το οποίο επέβαλε, κατά τους ενδεδειγμένους ιατρικούς κανόνες, αρχικά τη διενέργεια των άνω περαιτέρω εξετάσεων, και την παρακολούθηση για περισσότερο χρόνο (έστω, κατ’ εκτίμηση, 30 λεπτών περίπου) της επιτόκου, δηλαδή, την παρακολούθηση της κλινικής εικόνας της, της αρτηριακής πίεσης και σφυγμών, των παλμών του εμβρύου, της εμφάνισης στον υπέρηχο της αιμορραγίας και στη συνέχεια, να προβεί άμεσα  ίδιος στη χειρουργική επέμβαση στο νοσοκομείο Πτολεμαΐδας, στο οποίο,   εφημέρευε παιδίατρος, μπορούσε όμως να χρησιμοποιηθεί ιδιώτης ιατρός να εξετάσει το νεογνό μετά την επέμβαση. Και ο ίδιος απολογούμενος αναφέρει ότι θα  μπορούσε (και θα έκανε) την επέμβαση (χειρουργική), αν, μετά την παρακολούθηση της επιτόκου ” φαινόταν κλινικά ότι κινδυνεύει ” (η επίτοκος). Με τη χειρουργική επέμβαση (καισαρική τομή) και τη συρραφή θα σταματούσε ή έστω θα περιοριζόταν σημαντικά η αιμορραγία. Αυτός αντίθετα με τη χορήγηση τοκολυτικής αγωγής επέτεινε την αιμορραγία. Η καθυστέρηση αυτή και η μη άμεση χειρουργική επέμβαση είχε ως αποτέλεσμα η επίτοκος μέχρι τη μεταφορά της στο νοσοκομείο της Κοζάνης και την εκεί διενέργεια καισαρικής τομής (περί ώρα 00:00-00:15 της 23/4/2011) να απολέσει μεγάλη ποσότητα αίματος, η οποία, μετά και τις παραλείψεις του δεύτερου κατ/νου, είχε ως επακόλουθο την καρδιακή ανακοπή της άνω Μ. Χ. και το θάνατο αυτής. Το αποτέλεσμα αυτό (ο θάνατος της Μ. Χ.) τελεί, με όσα εκτέθηκαν, σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπάνω παραλείψεις του πρώτου κατ/νου. Β) Ο δεύτερος κατ/νος, έχοντας ενημέρωση, περί ώρα 23:00-23:15, από τον ειδικευόμενο της κλινικής του (Μαιευτικής) στο Γ.Ν. Κοζάνης Γ. Π. (σύμφωνα με όσα ανέφερε σ’ αυτόν ο πρώτος κατ/νος σε τηλεφωνική επικοινωνία), για τη μεταφορά στο νοσοκομείο της άνω Μ. Χ.και για την εν γένει κατάστασή της (μετά και τις διαπιστώσεις του πρώτου κατ/νου), γνώριζε για τη σοβαρότητα του περιστατικού (τον επιπωματικό πλακούντα, τον οξύ συνεχόμενο πόνο της επιτόκου στο υπογάστριο και την έναρξη της διαδικασίας τοκετού, με περαιτέρω διάγνωση και πιθανής ρήξης της μήτρας της). Επιλήφθηκε μεν άμεσα του περιστατικού, δίνοντας όπως εκτέθηκε, εντολή για προετοιμασία του χειρουργείου, για ετοιμότητα των ιατρών (αναισθησιολόγου, παιδιάτρων κ λ.π.) και για τη δυνατότητα άμεσης διάθεσης αίματος (περί τις πέντε μονάδες), ενώ μόλις η επίτοκος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο προέβη στις ενδεδειγμένες προεγχειρητικές εξετάσεις (αιματολογικές, υπερηχογραφικό έλεγχο, λήψη αρτηριακής πίεσης, σφυγμών της, παλμών του εμβρύου) και σε έρευνα της κλινικής εικόνας της. Με την ολοκλήρωση των εξετάσεων αυτών, χωρίς καθυστέρηση περί ώρα 00:00, η επίτοκος μεταφέρεται στο χειρουργείο για τη διενέργεια της καισαρικής τομής. Ωστόσο, όπως όφειλε και μπορούσε, δεν εκτιμά σωστά ότι, από τα συμπτώματα που είχε η επίτοκος και την εν γένει κλινική εικόνα της, με οξύ συνεχόμενο πόνο στο υπογάστριο, ωχρότητα και εφίδρωση, που υποδηλώνουν ρήξη της μήτρας και αιμορραγία, η επίτοκος έχει υποστεί ρήξη και αιμορραγία και ότι ο κίνδυνος ζωής αυτής είναι άμεσος Ειδικότερα, γνωρίζοντας το ιστορικό της επιτόκου και ότι τα ίδια συμπτώματα και κλινική εικόνα είχε και κατά την εξέτασή της στην  Πτολεμαΐδα, αλλά και το χρόνο έναρξης του έντονου πόνου της, όφειλε να εκτιμήσει την από τη ρήξη έναρξη της αιμορραγίας περίπου από τις 22:00-22:15 της 22/4/2011, αλλά και κυρίως τον κίνδυνο της ζωής της επιτόκου από την αιμορραγία για δύο ώρες περίπου. Δεν προέβλεψε από την αρχή την ένταση της ρήξης και την εξ αυτής πολύ μεγάλη (ως εκ της διάρκειάς της) αιμορραγία και προέβη, περίπου 00:00-00:15, στην καισαρική τομή. Κατά τη διενέργεια της επέμβασης διαπιστώνει, όπως αναφέρθηκε, τη ρήξη της μήτρας (τότε, κατά την άνω αναισθησιολόγο κάνει αναφορά ότι «σκίστηκε η μήτρα στις παλιές καισαρικές»), την παρουσία πολύ μεγάλης ποσότητας αίματος («λίμνης αίματος», κατά την άνω αναισθησιολόγο) στον κοιλιακό χώρο της άνω Μ. Χ. Παρά τη χορήγηση αίματος, η άνω Μ. Χ., μετά και την έξοδο του νεογνού, αρχίζει πλέον να παρουσιάζει φθίνουσα αρτηριακή πίεση, κατά τα άνω. Τότε, παρά ταύτα. κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, αξιολόγησε εσφαλμένα τις συνέπειες της ρήξης και της αιμορραγίας και τον τρόπο αντιμετώπισής της και περιορίστηκε, μετά την έξοδο του εμβρύου, στην έξοδο και του πλακούντα κατά τμήματα, στον καθαρισμό της ενδομήτριος κοιλότητας και στη συρραφή, στη συνέχεια της μήτρας και των κοιλιακών τοιχωμάτων, με παρακολούθηση έως ότου αποκλεισθεί η συνέχιση της αιμορραγίας.

Η ενδεδειγμένη, τότε, ιατρική ενέργεια ήταν να προβεί άμεσα, τουλάχιστον περί ώρα 01:00 της 23-4-2011, στη μαιευτική υστερεκτομή (στην ολική αφαίρεση της μήτρας). Αυτό επέβαλε: α) ο χρόνος της ρήξης (πριν δύο ώρες περίπου) και της έναρξης, από τότε (ως και των συμπτωμάτων της επιτόκου από τότε και του άνω ιστορικού της), της αιμορραγίας, αλλά και κυρίως β) η πολύ μεγάλη ποσότητα του αίματος που και ο ίδιος (ο δεύτερος κατ/νος) διαπίστωσε κατά την καισαρική τομή στον κοιλιακό χώρο της επιτόκου και η φθίνουσα αρτηριακή πίεση αυτής και αιμοδυναμική αστάθειά της. Περί αυτού, περί της επιβεβλημένης, δηλαδή αφαίρεσης της μήτρας, καταθέτει όπως αναφέρθηκε, ο Σ. Ν., αλλά, ακόμη και ο Μ. Τ., Ιατροδικαστές. Το ίδιο καταγράφεται, επί πλέον και στην άνω, από 18-11-2011, έκθεσης ελέγχου των επιθεωρητών του Σ.Ε.Υ.Υ.Π. Η αντίθετη κατάθεση του Δ.. Β., καθηγητή Ιατρικής (γυναικολόγου- μαιευτήρα), ότι μετά τη συρραφή της μήτρας, με το τέλος της καισαρικής τομής, επιβάλλεται ο χειρουργός να παρακολουθήσει αν συνεχίζεται η αιμορραγία και μόνο αν συνεχίζεται να προβεί στην αφαίρεση μήτρας (αναφέρει ότι ” καλώς ενήργησαν” και οι δύο κατ/νοι), δεν αιτιολογείται πειστικά, γιατί δεν λαμβάνει υπόψη της το ιστορικό της επιτόκου, τη διάρκεια της αιμορραγίας, την πολύ μεγάλη ποσότητα αίματος που απώλεσε μέχρι τη διενέργεια της καισαρικής τομής και την παρατηρούμενη αιμοδυναμική αστάθειά της, με φθίνουσα αρτηριακή πίεση. Τα άνω δεν λαμβάνει υπόψη και η επίκληση από τον κατ/νο (δεύτερο) επιστημονικών απόψεων ότι η ρήξη της μήτρας και η αιμορραγία δεν αντιμετωπίζεται πάντα με αφαίρεση της μήτρας. Ενισχυτικό δε της Δικαστηρίου ότι ιατρικά ενδεικνυόμενη ενέργεια για να σταματήσει η τη ρήξη και να ελεγχθεί (με σταθεροποίηση) η αιμοδυναμική αστάθεια της ήταν η ολική αφαίρεση της μήτρας μετά τη διενέργεια της καισαρικής κάθε περίπτωση περί ώρα 01:00 είναι, κατά τα περιγραφόμενα παραπάνω, γεγονός αφενός ότι ο δεύτερος κατ/νος ουσιαστικά σε καμία χρονική στιγμή, με διάρκεια χρονική (και όχι επ’ ολίγον), δεν έλεγξε την αιμορραγία (αυτή εμφανίστηκε και μετά την καισαρική τομή) και αφετέρου ότι η επίτοκος από την αρχή, από ώρα 00:30 περίπου, παρουσίαζε, παρά την αιμοδυναμική υποστήριξή της με χορήγηση αίματος, σημάδια μη ελεγχόμενης αστάθειας, με την αρτηριακή πίεση της διαρκώς να φθίνει. Ο ισχυρισμός του κατ/νου (δεύτερου) ότι μετά τη συρραφή της μήτρας, παρατήρησε ότι δεν εμφανίζεται αιμορραγία, η μήτρα έχει συσπάσεις και η αρτηριακή πίεση αρχίζει να ανεβαίνει σε 80-90, γεγονός που του δίνει χρονικό περιθώριο ” να περιμένει ” (όπως αναφέρει στην απολογία του) δεν επιβεβαιώνεται, τουλάχιστον κατά το μέγεθος της αρτηριακής πίεσης, καθόσον από το ίδιο το διάγραμμα αναισθησίας (βλ. αυτό, όπως αναγνώσθηκε) αποδεικνύεται ότι μετά τις 00:15 ‘της 23/4/2011 καμία στιγμή η αρτηριακή πίεση δεν εμφάνισε άνοδο, παρά μόνο συνεχώς μειωνόταν, επιδεινούμενη έντονα. Ισχυρίζεται ακόμη, ο δεύτερος κατ/νος ότι δεν ήταν ενδεδειγμένη η αφαίρεση της μήτρας με αρτηριακή πίεση 60/40 mmHg και ενώ είχαν εμφανιστεί εκτεταμένα αιματώματα, ένδειξη, δηλαδή, αιματολογικής αστάθειας. Όμως, η άνω ένδειξη της αρτηριακής πίεσης, περί ώρα 01:30 και η αιματολογική αστάθεια, καταδεικνύει την αναγκαιότητα, σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, της διενέργειας της ολικής αφαίρεσης της μήτρας μετά την καισαρική τομή και τον τοκετό του νεογνού, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι, όπως εκτέθηκε, μετά την ώρα 01:30 ο κατ/νος δεν έλεγχε την αιμορραγία, μη έχοντας αποκλείσει αυτή (όπως εν τέλει εμφανίστηκε και κατ’ αυτόν, περί ώρα 02:30′) και ακόμη η αρτηριακή πίεση συνεχώς μειωνόταν και οι ενδείξεις αιματολογικής αστάθειας και διάχυτης ενδαγγειακής πήξεως ήταν πιο σαφείς. Άλλωστε, η υστερεκτομία, που γίνεται μετά από ρήξη της μήτρας για την αντιμετώπιση της αιμορραγίας μετά τον τοκετό, σχεδόν πάντα γίνεται σε αιμοδυναμικά ασταθή ασθενή (πρβλ.Εφ Θεσ 3429/2014). Δεν αποδείχθηκε δε ότι υπήρχαν συμφήσεις ή κάποιο άλλο πρόβλημα που εμπόδιζαν την υστερεκτομία, από ώρα 01:00 περίπου. Η πραγματοποίηση, τελικά, της αφαίρεσης της μήτρας περί ώρα 03:00, όταν μάλιστα η αρτηριακή πίεση είχε πέσει κάτω από 50/40 και όλες οι ενδείξεις υποδήλωναν διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, δεν μπορούσε να αποτρέψει το επελθόν, ως άνω, αποτέλεσμα, εξαιτίας της μεγάλης απώλειας αίματος κυρίως μέχρι το χρόνο που έγινε η καισαρική τομή, αλλά και της αιμορραγίας που υπήρξε και μετά απ’ αυτή.

Με όλα τα ως άνω αποδειχθέντα και ο δεύτερος κατ/νος χειρίστηκε το περιστατικό αμελώς και κατά παράβαση των ιατρικών κανόνων, αφού παραβλέποντας την επί πολύ ώρα (περίπου δύο ώρες) την αιμορραγία και τη μεγάλη ποσότητα αίματος που υπήρχε στην κοιλιακή χώρα της επιτόκου κατά τη διενέργεια της καισαρικής τομής και μη λαμβάνοντας υπόψη την παρατηρούμενη διαρκώς επιδείνωση της αιμοδυναμικής αστάθειας της επιτόκου και -τη συνεχώς μειωμένη αρτηριακή πίεση, με ενδείξεις διάχυτης ενδαγγειακής πήξης, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την ανάγκη, όπως επέβαλαν οι ιατρικοί κανόνες, της διενέργειας ολικής αφαίρεσης μήτρας αμέσως μετά την καισαρική τομή, την οποία και έπρεπε να πραγματοποιήσει τότε (και πριν την ώρα 01:00-01:30) και όχι να εφησυχάσει, αναμένοντας περαιτέρω τον αποκλεισμό της αιμορραγίας, που δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από την άνω αιμοδυναμική αστάθεια της επιτόκου και την εν γένει κατάστασή της. Μέχρι περί ώρα 01:00 η άνω είχε χάσει από την αιμορραγία λιγότερο αίμα (υπήρξε, όπως εκτέθηκε, νέα απώλεια κα μετά, την οποία ο κατ/νος, όπως αναφέρει, αντιλήφθηκε περί ώρα 02:30) και η επιβάρυνση της υγείας της ήταν μικρότερη από ότι στη συνέχεια, μετά την ώρα 01:30, οπότε πλέον υπήρξε επιδείνωση της αιμοδυναμικής αστάθειας και σαφείς, πλέον, ενδείξεις διάχυτης ενδαγγειακής πήξης. Την επιδείνωση αυτή και τον κίνδυνο ζωής της μπορούσε ο δεύτερος κατ/νος, ως μέσο συνετός ιατρός και σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες ιατρικής, αν επιδείκνυε επιμέλεια, να προβλέψει. Η παράλειψή του, μετά απ’ αυτά, να προβεί στην ολική αφαίρεση της μήτρας αμέσως μετά την καισαρική τομή και η με καθυστέρηση πραγματοποίησης αυτής (περί ώρα 03:00) είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο της άνω Μ. Χ. ο οποίος με μεγάλη πιθανότητα που αγγίζει τη βεβαιότητα θα αποτρεπόταν αν ο άνω δεύτερος κατ/νος διενεργούσε έγκαιρα την προαναφερόμενη χειρουργική επέμβαση, ως όφειλε και μπορούσε εκ της ιδιότητάς του, των επιστημονικών γνώσεων καινής εμπειρίας του, ως ιατρού (γυναικολόγου) με μακρά θητεία στο Γ. Ν. Κοζάνης.

Συνεπώς, εφόσον ο θάνατος της άνω Μ. Χ. είναι αποτέλεσμα όχι της αποκλειστικής αμέλειας μόνο του ενός των κατ/νων, αλλά της συνδρομής αμέλειας, όπως προσδιορίστηκε, και των δύο κατ/νων, αυτός (θάνατος) δε συνδέεται αιτιωδώς  με τις διαδοχικές παραλείψεις καθενός του, χωρίς να υπάρξει για κανέναν από τους δύο (και πλέον ειδικότερα για τον πρώτο, όπως αβάσιμα αυτός αιτιάται) διακοπή του άνω αιτιώδους συνδέσμου, πρέπει και οι δύο κατ/νοι να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τελεσθείσα δια παραλείψεως κατά παραυτουργία από υποχρέους (άρθρ. 15, 26 παρ. 1 β, 28, 302 παρ 1 του Π.Κ.), κατά το διατακτικό.

Νίκος Διαλυνάς: Η νευροεπιστήμη σε ρόλο CSI

Νίκος Διαλυνάς: Η νευροεπιστήμη σε ρόλο CSI

ΗΠΑ, Δευτέρα, 30 Μαρτίου 1981.

Ο 30χρονος John Hinckley στήνει καρτέρι και πυροβολεί τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρήγκαν. Ο σκοπευτής συλλαμβάνεται, αλλά δεν καταδικάζεται σε θανατική ποινή. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται έπειτα από ειδικές εξετάσεις που δείχνουν ότι ο Hinckley είναι παράφρων. Στη δίκη που ακολουθεί στις 21 Ιουνίου 1982 ο δράστης κρίνεται αθώος λόγω ψυχιατρικών προβλημάτων. Όπως ισχυρίζεται, προσπάθησε να σκοτώσει τον 40ό πρόεδρο των ΗΠΑ για να «εντυπωσιάσει» την ηθοποιό Τζόντι Φόστερ.
Ελλάδα, μερικά χρόνια πριν.

Ένας άνδρας, περίπου 65 ετών, εμφανίζει μία ασθένεια και αρχίζει να ακολουθεί θεραπεία λαμβάνοντας ένα συγκεκριμένο φάρμακο. Έπειτα από τρεις μήνες αρχίζει να εμφανίζει έντονη υπερσεξουαλικότητα, αλλά και να παίζει μετά μανίας τυχερά παιχνίδια. Εθίζεται δηλαδή, χωρίς να υπάρχει προηγούμενο, σε μεγάλη ηλικία, στο σεξ και στον τζόγο. Γίνονται εξετάσεις και προκύπτει ότι η ακραία αλλαγή της συμπεριφοράς του οφείλεται στο φάρμακο αυτό.
ΗΠΑ, 2002.

Ένας 40χρονος δάσκαλος ξεκινά ξαφνικά να συλλέγει πορνογραφικό υλικό και να νιώθει έντονη σεξουαλική επιθυμία για παιδιά. Συλλαμβάνεται και καταδικάζεται για παιδοφιλία. Υποβάλλεται σε εξετάσεις και τίθεται σε θεραπεία. Από μία μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου προκύπτει ότι ο εν λόγω άνθρωπος εμφανίζει διαταραχή συμπεριφοράς λόγω όγκου που έχει αναπτυχθεί στον μετωπιαίο λοβό, στο τμήμα δηλαδή του εγκεφάλου που ελέγχει τις αναστολές. Ο όγκος αφαιρείται και τα συμπτώματα σταματούν.
Μεγάλη Βρετανία.

Ένας άνδρας αρχίζει ξαφνικά να πηγαίνει έξω από παιδικές χαρές και να παρατηρεί επίμονα παιδιά. Μαζί του είναι και η σύζυγός του, η οποία αντιλαμβάνεται τη συμπεριφορά του και αρχίζει να καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Όταν τον ρωτά για αυτήν τη στάση, εκείνος ούτε γνωρίζει ούτε θυμάται τίποτα. Τελικά, υποβάλλεται σε εξετάσεις και αποδεικνύεται πως η αλλαγή της συμπεριφοράς του οφείλεται σε κροταφική επιληψία.

Οι παραπάνω ιστορίες αποτελούν μερικά μόνο παραδείγματα για τη συσχέτιση που παρατηρείται -και πλέον επιβεβαιώνεται- μεταξύ της εγκεφαλικής λειτουργίας και των πράξεων στις οποίες μπορεί να προβεί ένας άνθρωπος. Πρόκειται για περιστατικά κατά τα οποία αποδείχθηκε πως οι δράστες δεν ενεργούσαν κατά βούληση, αλλά οι πράξεις τους ήταν απόρροια κάποιας εγκεφαλικής δυσλειτουργίας. Στο παρελθόν τέτοιες συσχετίσεις δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστούν. Σήμερα, με τα εργαλεία που παρέχει η επιστήμη -και κυρίως η νευρολογία- οι ειδικοί είναι πλέον σε θέση να εντοπίσουν τα τμήματα αυτά του εγκεφάλου που εμφανίζουν πρόβλημα, να αναλύσουν παραβατικές συμπεριφορές και να προτείνουν σχετική θεραπεία.
Πρόκειται, δηλαδή, για «πάντρεμα» της νευρολογίας με τη νομική, τη νευρονομική, η οποία φιλοδοξεί να ρίξει φως στις αιτίες που κρύβονται πίσω από ακραίες και σκοτεινές συμπεριφορές.
Η ίδρυση της Εταιρείας Δικαίου Νευροεπιστημών και Τεχνητής Νοημοσύνης Νοτιοανατολικής Μεσογείου
Για το «πάντρεμα» αυτό και τις εξελίξεις που πρόκειται να δρομολογήσει σε κοινωνικό και νομικό επίπεδο μίλησαν στο zougla.gr ο δικηγόρος Νίκος Διαλυνάς και ο νευρολόγος Γιάννης Μάρκου, παρουσιάζοντας παράλληλα την πρώτη στην Ελλάδα εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, η οποία θα ασχολείται με το δίκαιο, τη νευροεπιστήμη και την τεχνητή νοημοσύνη.

Όπως σημειώνει ο κύριος Διαλυνάς, η Εταιρεία Δικαίου Νευροεπιστημών και Τεχνητής Νοημοσύνης Νοτιοανατολικής Μεσογείου, που συνέστησε μαζί με την κόρη του Άρτεμη και τον γιο του Θανάση σε συνεργασία με έγκριτους επιστήμονες, όπως ο κ. Μάρκου, θα ασχολείται μεταξύ άλλων με αυτά τα ιατρικά δεδομένα, τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις αποδεικνύουν ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως φαίνονται εκ πρώτης όψεως.
«Ένα μεγάλο όπλο σε αυτήν την προσπάθεια αποτελεί η λειτουργική μαγνητική τομογραφία που ονομάζεται fmri. Η μέθοδος αυτή παράγει δεδομένα που οδηγούν σε ιατρικές κατευθύνσεις και λύσεις. Δεν θα περιοριζόμαστε στο να γίνει ένα απλό ερωτηματολόγιο. Θα βαδίζουμε με αδιαμφισβήτητα ιατρικά αποτελέσματα».

Αναφερόμενοι στη νευροεπιστήμη, ο κ. Διαλυνάς και ο κ. Μάρκου εξηγούν ότι σκοπός της είναι να δώσει μέσω συγκεκριμένων αντικειμενικών ευρημάτων στοιχεία, τα οποία εν συνεχεία θα αξιολογήσει η Δικαιοσύνη.
«Προσπαθούμε με αδιαμφισβήτητα στοιχεία να συνδέσουμε συγκεκριμένες διαταραχές του εγκεφάλου όπως εκφράζονται μέσω συγκεκριμένων συμπεριφορών. Θα εξετάζεται ο εγκέφαλος είτε μέσω μαγνητικής τομογραφίας είτε μέσω λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας (fmri) που αποτυπώνει την εγκεφαλική αιματική ροή σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με συγκεκριμένες λειτουργίες, κινήσεις και συμπεριφορές. Επίσης, ακόμη ένα όπλο που χρησιμοποιούμε είναι το εγκεφαλογράφημα. Μας δίνει τη δυνατότητα σε αρκετές περιπτώσεις να αποκαλύψουμε οργανικές βλάβες, παθολογική λειτουργία εγκεφαλικών δομών, και να τις παρουσιάσουμε για να αξιολογηθούν από τη Δικαιοσύνη».
Μάλιστα, όπως επισημαίνουν, υπάρχουν μελέτες που έχουν γίνει στην Αμερική την περίοδο 2005 – 2015 και δείχνουν ότι ένα μεγάλο ποσοστό ανθρωποκτονιών που έχουν διαπραχθεί οφείλεται σε τέτοιες εγκεφαλικές βλάβες που πλήττουν κυρίως τον μετωπιαίο λοβό, ο οποίος σχετίζεται με τις αναστολές του ατόμου.

Στο ερώτημα τι θα σήμαινε για έναν κατηγορούμενο που βαρύνεται με βαριά αδικήματα να διαπιστωθεί ότι τελικά πάσχει από κάποια εγκεφαλική βλάβη, ο κ. Διαλυνάς απαντά πως από τη στιγμή που διαπράχθηκε ένα έγκλημα ο δράστης πρέπει φυσικά να δικαστεί. Προσθέτει, ωστόσο, πως αν υπάρχει κάποιο παθολογικό υπόστρωμα που οδήγησε τον κατηγορούμενο στο να μην ελέγχει τη συμπεριφορά του, αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν στον καταλογισμό της ποινής του και να βοηθηθεί θεραπευτικά.
Όσον αφορά στην τεχνητή νοημοσύνη, τόσο ο κ. Διαλυνάς όσο και ο κ. Μάρκου αναφέρουν πως πρόκειται για έναν τομέα που εξελίσσεται συνεχώς και πως σύντομα αναμένεται να δρομολογήσει εξελίξεις που θα επηρεάσουν τόσο την Ευρώπη όσο φυσικά και τη χώρα μας.
«Όπως διαφαίνεται, στο κοντινό μέλλον οι μηχανές θα αντικαταστήσουν σε πολλούς τομείς το ανθρώπινο δυναμικό. Έτσι πρέπει να διαμορφωθεί ένα συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο για περιπτώσεις που για παράδειγμα θα αφορούν στην πρόκληση ενός ατυχήματος από μία μηχανή. Ήδη μία ομάδα της εταιρείας μας έχει φύγει για την Ιαπωνία προκειμένου να συμμετάσχει σε σχετικό συνέδριο. Αφορμή για να ασχοληθούμε με τον τομέα αυτόν αποτέλεσε το ρομπότ Σάρα, το οποίο πριν από πέντε χρόνια απέκτησε στη Σαουδική Αραβία… υπηκοότητα. Όπως καταλαβαίνετε, τα ρομπότ πρόκειται να μας απασχολήσουν πολύ στο μέλλον, τόσο θετικά όσο και αρνητικά» επισημαίνει ο κ. Διαλυνάς.

Κοινός τραπεζικός λογαριασμός και δικαιώματα κληρονόμων αποθανόντος δικαιούχου (ΑΠ 381/2018)

Κοινός τραπεζικός λογαριασμός και δικαιώματα κληρονόμων αποθανόντος δικαιούχου (ΑΠ 381/2018)

Με την υπ’αριθμ. 381/2018 απόφασή του ο Άρειος Πάγος (Τμήμα Α2) ερμήνευσε την έννοια και τη λειτουργία του όρου ότι με τον θάνατο οποιουδήποτε των δικαιούχων κοινού τραπεζικού λαγοριασμού, η κατάθεση περιέρχεται αυτοδικαίως στους υπόλοιπους επιζώντες μέχρι του τελευταίου (άρθρο 2 ν. 5638/1932) και πως δεν επιτρέπεται διάθεση της κατάθεσης, με πράξη είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου, οι δε κληρονόμοι του αποβιώσαντος δεν αποκτούν δικαίωμα στην κατάθεση.
Απόσπασμα της απόφασης

Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 5368/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ.α’ του ν.δ. 118/1973: “χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ’ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι (παρ.1). Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγουμένη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν (παρ. 2)”.

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών”, 411, 489, 490, 491, και 493 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ’ ονόματι του ιδίου του καταθέτου και τρίτου ή τρίτων προσώπων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτου και του τρίτου αφ’ ενός και του δέκτου της καταθέσεως νομικού προσώπου αφ’ ετέρου ενεργητική εις ολφόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από ένα εκ των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δέκτου της καταθέσεως και ως προς τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος αποκτά πλέον εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρο την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός εάν από την μεταξύ των εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τον μη αναλαβόντα.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/1932, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ εδ. α’ του ν.δ. 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι “επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων. Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου.” και ότι “Διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων…ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως”.

Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη των οποίων αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τραπέζης στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και προς τις προδιαληφθείσες τοιαύτες, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός των καταθετών, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τραπέζης, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβαλλόταν το πρόσωπο του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τραπέζης.

Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τραπέζης, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσόν της καταθέσεως οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.

Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ’ εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια. Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της Τραπέζης θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της Τραπέζης ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (Α.Π. 1691/2014, 405/2007, 380/2006).