Νέα απόφαση για την αντισυνταγματικότητα της επιβολής τέλους δικαστικού ενσήμου στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές (ΠολΠρΑθ 68/2021)

Νέα απόφαση για την αντισυνταγματικότητα της επιβολής τέλους δικαστικού ενσήμου στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές (ΠολΠρΑθ 68/2021)

Απόσπασμα απόφασης 68 /2021 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναφορικά με τη συνταγματικότητα της επιβολής τέλους δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές

Με το άρθρο 42 του Ν. 4640/2019 ορίζεται ότι «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του v.δ. 1544/1942 (Α1 189), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του Ν. 3994/2011 (Α’ 165), το άρθρο 21 του Ν. 4055/2012 (Α’ 51) και το άρθρο 33 του Ν. 4446/2016 (Α’ 240), αvτικαθίσταται ως εξής : «3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του Ν. ΓΠΝ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων I καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού». 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές. για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία».

Εκ της διάταξης αυτής καθίσταται σαφές ότι στις εκκρεμείς ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναγνωριστικές αγωγές, είτε αυτές ασκήθηκαν εξ αρχής ως αναγνωριστικές, είτε ως καταψηφιστικές, που ετράπησαν ακολούθως σε αναγνωριστικές και εισήχθησαν προς συζήτηση μετά την 1η-1-2020, απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, κατ’ άρθρο 2 του Ν. ΓΠΝ/1912.

Εν τούτοις, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και, ιδίως, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας, αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια, και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να. έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους, όπως είναι οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή επιβαρύνσεων, υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και οποιασδήποτε φύσης κυρώσεων για παράβαση των σχετικών διατάξεων (ΟλΣτΕ 1738/2017 ΝΟΜΟΣ και την από 24/1/2020 Γνωμοδότηση των Καθηγητών της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ Γιάννη Δρόσου, Σπύρου Βλαχόπουλου και Γιώργου Δελλή, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών). Παράλληλα, η ανωτέρω αρχή, η οποία δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, ο οποίος υποχρεούται να την λαμβάνει υπόψη κατά τη θέσπιση κανόνων δικαίου, επιβάλλει τη μη αναδρομική ισχύ επαχθών για το διοικούμενο νομοθετικών ρυθμίσεων, δεδομένου ότι ο διοικούμενος δεν μπορούσε να προσαρμόσει ανάλογα, τη συμπεριφορά του, κατά το προγενέστερο της ισχύος της νομοθετικής ρύθμισης, χρονικό διάστημα, αφού αγνοούσε τα δεδομένα.

Επομένως, οποιαδήποτε ρύθμιση καθιστά δυσμενέστερη τη θέση του διοικούμενου λόγω της συμπεριφοράς του, η οποία εκδηλώθηκε σε χρόνο προγενέστερο, κατά τον οποίο, η ρύθμιση αυτή δεν υπήρχε ακόμη, έρχεται σε αντίθεση με την εν λόγω αρχή (ΔΕφΙωαv 170/2014 ΝΟΜΟΣ).

Κατόπιν των προεκτεθέντων, η διάταξη του άρθρου 42 παρ. 2 του Ν. 4640/2019, που προβλέπει την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για τις εκκρεμείς ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναγνωριστικές αγωγές, είτε αυτές ασκήθηκαν εξ αρχής ως αναγνωριστικές, είτε ως καταψηφιστικές, που ετράπησαν ακολούθως σε αναγνωριστικές για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, ελέγχεται ως αντιβαίνουσα στην απορρέουσα από την αρχή του Κράτους Δικαίου, αρχή της ασφάλειας δικαίου, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας, αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και ως εκ τούτου κρίνεται αντισυνταγματική.

(Α) Με την υπό κρίση αγωγή τους οι ενάγοντες εκθέτουν ότι στις…. γεννήθηκε πρόωρα η ….,μητέρα της οποίας είναι η πρώτη των εναγόντων, ετεροθαλής αδελφός, ο δεύτερος των εναγόντων, γιαγιά από την μητρική γραμμή η τρίτη των εναγόντων και θείος από τη μητρική γραμμή ο τέταρτος των εναγόντων. Ότι η ως άνω ….. πάσχει από το γενετικό νόσημα της μερικής τρισωμίας σύνδρομο Edwards, το οποίο προκαλεί μεταξύ άλλων υπολειπόμενη ανάπτυξη, καρδιολογικές ανωμαλίες, υποτονία και αναπνευστικά προβλήματα. Ότι στις 25-11-2015, η πρώτη των εναγόντων επισκέφθηκε τον εναγόμενο, παιδίατρο, λόγω ανησυχίας, αδιαθεσίας, υπνηλίας, ανορεξίας και γογγυσμού που εμφάνισε η κόρη της ήδη από τις 20-11-2015. Ότι ο εναγόμενος απέδωσε την προαναφερθείσα συμπτωματολογία σε οισοφαγίτιδα, συνταγογράφησε Panadol και συνέστησε σε περίπτωση που ο πυρετός ξεπεράσει τους 38 βαθμούς κελσίου να επισκεφθεί το νοσοκομείο. Ότι το βράδυ της 27ης-11-2015 το νήπιο άρχισε να εκδηλώνει ανησυχία κατά τον ύπνο του και εμφάνισε δύο επεισόδια διάρροιας, ενώ το πρωί της 28ης-11- 2015 και περί ώρα 07.00 παρουσίασε πυρετό 38 βαθμών κελσίου και για το λόγο αυτό η πρώτη των εναγόντων αποφάσισε να το μεταφέρει στο νοσοκομείο. Ότι στο δρόμο για το νοσοκομείο το νήπιο έχασε τις αισθήσεις του, ωστόσο παρά την παροχή πρώτων βοηθειών και τις προσπάθειες ανάνηψης, οι γιατροί ανακοίνωσαν στην πρώτη των εναγόντων περί ώρα 16:00 της ίδιας ημέρας το θάνατό του. Ότι ο θάνατος επήλθε συνεπεία πνευμονίτιδος, λόγω στρεπτοκοκκικής λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος. Ότι παρόλο που ο εναγόμενος γνώριζε το επιβαρυμένο ιστορικό της υγείας του νηπίου και παρά τα παθολογικά κλινικά συμπτώματα που εμφάνιζε η ασθενής κατά την εξέταση της στο ιατρείο του στις 25-11-2015, ο τελευταίος παρέλειψε να παραγγείλει περαιτέρω εξετάσεις (γενική αίματος, ακτινογραφία θώρακος, καλλιέργεια αίματος και ούρων), παραπέμποντάς την σε κάποιο νοσηλευτικό ίδρυμα, παρά αρκέστηκε να καθησυχάζει την πρώτη των εναγόντων, διαβεβαιώνοντας την ότι πρόκειται για οισοφαγήτιδα. Ότι λόγω της αμέλειάς του να παραπέμψει το νήπιο για περαιτέρω εξετάσεις, η ήδη εγκατεστημένη κατά το χρόνο εξέτασης, λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, εξελίχθηκε σε αιμορραγική πνευμονίτιδα και σηψαιμία, με αποτέλεσμα το θάνατο της ανήλικης.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζητούν κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό (άρθρα 223, 295 και 297 ΚΠολΔ), δια των προτάσεών τους, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει: 1) στην πρώτη των εναγόντων το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από το οποίο έχει αφαιρεθεί το ποσό των 44 ευρώ, το οποίο προτίθεται να ζητήσει από τα ποινικά δικαστήρια, παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα, 2) στον δεύτερο των εναγόντων το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, 3) στην τρίτη των εναγόντων το ποσό των 180.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και 4) στον τέταρτο των εναγόντων το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, και άπαντα τα ως .άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι πλήρους εξόφλησης. Τέλος ζητούν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.

Με το πιο πάνω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (αρθρ. 18, 22, 25 παρ. 2 και 35 Κ.Πολ.Δ.) για να δικαστεί με την προσήκουσα τακτική διαδικασία. Περαιτέρω είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδάφιο β’, 346 914, 932 ΑΚ, 24 του Α.Ν. 1565/1939 «περί κώδικας ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος, 70 και 176 ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί κήρυξης προσωρινά εκτελεστής της απόφασης που θα εκδοθεί, το οποίο μετά την τροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκό αναγνωριστικό, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, ενόψει του ότι δεν είναι νοητή η εκτέλεση αναγνωριστικής απόφασης, η οποία δεν περιέχει καταδίκη, αλλά αναγνώριση έννομης σχέσης, της οποίας η ενέργεια εξαντλείται στο δεδικασμένο (ΟλΑΠ 59/1985, ΕφΛαρ 98/2012, Εφθεσ 28365/2011, ΠΠρΑΘ 20/2013 ΝΟΜΟΣ). Επομένως η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, η υπό κρίση αγωγή, η οποία συζητήθηκε μετά την 1η/1/2020, ως τραπείσα σε αναγνωριστική δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 42 του Ν. 4640/2019, στην καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, και τούτο διότι σύμφωνα με τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, η ως άνω διάταξη του άρθρου 42 παρ. 2 του Ν. 4640/2019, που προβλέπει την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για τις εκκρεμείς ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναγνωριστικές αγωγές, είτε αυτές ασκήθηκαν εξ αρχής ως αναγνωριστικές, είτε ως καταψηφιστικές, που ετράπησαν ακολούθως σε αναγνωριστικές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, ελέγχεται ως αντιβαίνουσα στην απορρέουσα από την αρχή του Κράτους Δικαίου, αρχή της ασφάλειας δικαίου, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας, αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και, ως εκ τούτου, κρίνεται αντισυνταγματική.

(Β) Με την υπό κρίση ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή, ο εναγόμενος της κύριας αγωγής, εκθέτει ότι σε βάρος του ασκήθηκε η ως άνω υπό κρίση αγωγή των εναγόντων, της οποίας το περιεχόμενο παραθέτει αυτολεξεί. Ότι, δυνάμει του υπ’ αριθμ……ασφαλιστηρίου συμβολαίου ασφάλισης αστικής επαγγελματικής και με διάρκεια ασφάλισης από 23-04-2015 έως 22-04-2016, η προσεπικαλούμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία…. είχε ασφαλίσει τον ίδιο για την επαγγελματική αστική ευθύνη του, μέχρι το ποσό των 450.000,00 ευρώ, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Κατόπιν των ανωτέρω, ανακοινώνει τη δίκη στην ως άνω ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, την οποία προσεπικαλεί να παρέμβει αναγκαστικώς υπέρ αυτού στην κύρια δίκη και, περαιτέρω, ζητεί, με τη σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή, κατόπιν παραδεκτής τροπής με τις προτάσεις του κυρίου αιτήματος της παρεμπίπτουσας αγωγής, από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας, σε περίπτωση ολικής ή μερικής παραδοχής της εναντίον του προαναφερόμενης αγωγής, να του καταβάλει κάθε ποσό που αυτός τυχόν θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής και δη μέχρι του ποσού των 450.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη επελεύσεως της ζημιάς, άλλως από την επομένη κοινοποιήσεως στον ίδιο της κύριας αγωγής, άλλως από την επομένη κοινοποιήσεως της προσεπίκλησης και μέχρι πλήρους εξόφλησης. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η προσεπικαλούμενη­ παρεμπιπτόντως εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων.

Με το περιεχόμενο αυτό, η προσεπίκληση με την ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 31 παρ. 1, 69 παρ. 1 περ. ε’, 89, 91 και 283 του ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 του ΑΚ, 1 επ. του ν. 2496/1997 και των άρθρων 68, 69, 88, 91 και 176 αρ. 1 του ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί επιδίκασης τόκων από την επέλευση της ζημιάς, άλλως από την επομένη κοινοποιήσεως της κύριας αγωγής, άλλως από την επομένη κοινοποιήσεως της προσεπίκλησης, καθόσον η τοκοδοσία σε αυτήν την περίπτωση είναι επιτρεπτή μόνο από το χρόνο καταβολής της αποζημίωσης στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, καθώς διαφορετικά θα οδηγούμασταν σε πλουτισμό του κυρίως εναγομένου – παρεμπιπτόντως ενάγοντος, ο οποίος αξιώνει από την ασφαλιστική εταιρία τόκους για χρονικό διάστημα προγενέστερο της καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης στους κυρίως ενάγοντες, ενόψει μάλιστα του ότι ο ίδιος δικαιούται να αναζητήσει από αυτήν, με βάση τη μεταξύ τους σχέση, κάθε ποσό που τυχόν θα καταβάλει κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα. Ωστόσο, το αίτημα επιδίκασης τόκων από την καταβολή αποζημίωσης εκτιμάται ότι συμπεριλαμβάνεται στο μείζον αίτημα τοκοδοσίας του προσεπικαλούντος-παρεμπιπτόντως ενάγοντος. Επίσης, μετά την τροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστής, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, δεδομένου ότι προσωρινώς εκτελεστές κηρύσσονται μόνο οι αποφάσεις εκείνες οι οποίες μετά την τελεσιδικία τους θα μπορούσαν να αποτελέσουν εκτελεστούς τίτλους και όχι οι αναγνωριστικές ή οι διαπλαστικές αποφάσεις (ΕφΑθ 3702/1986 ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν τούτων, η προσεπίκληση με τη σωρευόμενη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, μετά την τροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.

DIALYNAS LAW

ΑΘΗΝΑ

  Πλατεία Φιλικής Εταιρείας 18 Κολωνάκι 2ος οροφος, TK 10674

  2103615014

  210 3638950

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

  26ης Οκτωβρίου 10, Κινέζικη Αγορά, 54627

  2310526845

2310526415

  2310532573

ΧΑΝΙΑ

  Ανδρέα Παπανδρέου 96 1ος όροφος TK 73100

  2821057211

  2821054382

Διαλυνάς: Στον εισαγγελέα τα πρώτα στοιχεία για “επιλογή ασθενών”

Διαλυνάς: Στον εισαγγελέα τα πρώτα στοιχεία για “επιλογή ασθενών”

Αίσθηση προκάλεσε το αποκαλυπτικό δημοσίευμα του Thesstoday.gr ότι συγγενείς ασθενών COVID που έχασαν τη ζωή τους σε κλίνες εκτός ΜΕΘ εξετάζουν το ενδεχόμενο προσφυγής τους στη δικαιοσύνη.

Ήδη, το γραφείο του γνωστού ποινικολόγου Νίκου Διαλυνά δέχθηκε κρούσεις από συγγενείς οι οποίοι ζητούν να κινηθούν οι νομικές διαδικασίες για τη διερεύνηση των συνθηκών του θανάτου των δικών τους ανθρώπων σε νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων της Βόρειας Ελλάδας.

“Πράγματι έχουν απευθυνθεί στο γραφείο μας, το τελευταίο χρονικό διάστημα, αρκετοί συγγενείς ασθενών covid οι οποίοι κατέληξαν σε νοσοκομεία της Βόρειας Ελλάδας” επισημαίνει στο Thesstoday.gr ο κ. Διαλυνάς. “Διερευνώνται οι περιπτώσεις αυτές με τη συλλογή και συγκέντρωση στοιχείων, σε δύο όμως απ’ αυτές ήδη υπάρχουν αρκετά ισχυρές ενδείξεις οι οποίες θα κατατεθούν στην αρμόδια εισαγγελία”.

Αυτό που ώθησε τους συγγενείς στο να αναζητήσουν τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασαν τους ανθρώπους τους ήταν η δημόσια παραδοχή υγειονομικών ότι, λόγω της πιεστικής κατάστασης που επικρατούσε στα νοσοκομεία της Βόρειας Ελλάδας, βρέθηκαν στη δυσάρεστη θέση να προχωρήσουν στην επιλογή των ασθενών που θα εισαχθούν σε κλίνες ΜΕΘ για να διασωληνωθούν με βάση ηλικιακά και άλλα κριτήρια.

“Από τα στοιχεία που έχουμε ήδη στη διάθεσή μας, ειδικά για τη μία των περιπτώσεων, διαφαίνεται θάνατος από επιλογή ασθενούς” αποκαλύπτει ο κ. Διαλυνάς. “Εκείνο το οποίο μας ώθησε ως δικηγορικό γραφείο αλλά και ως απλούς πολίτες να αρχίσουμε να ανησυχούμε και εν συνεχεία να ερευνούμε τα όσα μας πληροφορούσαν σχετικά με επιλογές ασθενών ήταν η δήλωση του προέδρου των νοσοκομειακών γιατρών μεγάλου νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης σε έγκριτη ηλεκτρονική εφημερίδα ότι “δυστυχώς, φθάσαμε στο σημείο να προχωρούμε σε επιλογές ασθενών”. Η δήλωση αυτή έγινε 9 Νοεμβρίου του 2020”.

Κανείς, όμως, από τους συγγενείς δεν μπορεί να δεχθεί ότι οι άνθρωποί τους πιθανόν να ανήκαν στους άτυχους που δεν πληρούσαν τα…ηλικιακά κριτήρια για να εξασφαλίσουν μία κλίνη σε ΜΕΘ εάν ή όταν τέθηκε θέμα επιλογής.

“Θέλουμε να μάθουμε τι πραγματικά συνέβη. Αν υπήρξε κάποιου είδους διάκριση στην παροχή ιατρικονοσηλευτικών υπηρεσιών” σημειώνει από την πλευρά της η δικηγόρος Άρτεμις Διαλυνά. “Σε περίπτωση που προκύψουν τέτοιου είδους ευθύνες, μία ερώτηση απευθύνω προς πάσα κατεύθυνση και αρμόδια αρχή: Τι θα γινόταν αν στη θέση των ανθρώπων αυτών βρισκόταν η δική τους μητέρα ή ο δικός τους πατέρας”.

Η έρευνα ωστόσο δεν θα περιορισθεί μόνο στις καταγγελίες για την επιλογή ασθενών αλλά θα επεκταθεί και στην αναζήτηση ευθυνών για το πώς έφθασε η Θεσσαλονίκη στο χείλος της καταστροφής.

“Είναι βέβαιο ότι οι ενέργειες στις οποίες θα προβούμε δεν θα περιορίζονται μόνο στη διερεύνηση των συνθηκών του θανάτου των συγκεκριμένων ασθενών αλλά θα επεκταθούν και στον προσδιορισμό των υπευθύνων για την κατάσταση του μη ελέγχου της πανδημίας, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα. Διότι κατά την άποψή μας υπάρχουν υπεύθυνοι. Και γιαυτό ήδη έχουν συγκεντρωθεί όλα τα απαιτούμενα στοιχεία” υπογραμμίζει ο κ. Διαλυνάς. “Είμαστε υποχρεωμένοι, ούτως ή άλλως να το κάνουμε αυτό στη μνήμη των ανθρώπων οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους και είναι πάρα πολλοί αυτοί, όπως γνωρίζουμε όλοι, λόγω μη λήψεως των αναγκαίων μέτρων από εκείνους που όφειλαν να μεριμνήσουν έγκαιρα για να προλάβουν και εν συνεχεία να ανακόψουν την εξάπλωση του ιού. Αυτό το οποίο όλοι συζητάμε μεταξύ μας και αποτελεί “κρυφό μυστικό” πρέπει επίσημα να διερευνηθεί”.

DIALYNAS LAW

ΑΘΗΝΑ

  Πλατεία Φιλικής Εταιρείας 18 Κολωνάκι 2ος οροφος, TK 10674

  2103615014

  210 3638950

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

  26ης Οκτωβρίου 10, Κινέζικη Αγορά, 54627

  2310526845

2310526415

  2310532573

ΧΑΝΙΑ

  Ανδρέα Παπανδρέου 96 1ος όροφος TK 73100

  2821057211

  2821054382

Αντισυνταγματική η επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές (ΠΠρΘεσ 5352/2020)

Αντισυνταγματική η επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές (ΠΠρΘεσ 5352/2020)

Κατόπιν ασκήσεως αγωγής ιατρικής αμέλειας με αίτημα καταβολής αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστην η ενάγουσα συνεπεία αμελών, παράνομων κι αξιόποινων πράξεων και παραλείψεων των υπευθύνων ιατρών, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 5352/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τακτική Διαδικασία), η οποία κρίνει αντισυνταγματική την επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές.

Το δικαστήριο αποφάνθηκε σχετικά με την αντισυνταγματικότητα της καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές αρμοδιότητας Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όπως νομοθετήθηκε με το άρθρο 42 παρ.1 ν. 4640/2019, μετά από σχετική δήλωση και ένσταση περί αντισυνταγματικότητας που υπέβαλε στο ακροατήριο ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος της ενάγουσας, Νικόλαος Διαλυνάς, ο οποίος προσκόμισε κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 24-02-2020 γνωμοδότηση των καθηγητών, κ. Δρόσου, κ. Βλαχόπουλου και κ. Δελλή. Κύρια θέση του Πληρεξούσιου Δικηγόρου της ενάγουσας, Νικολάου Διαλυνά, είναι ότι η εν λόγω διάταξη πάσχει αντισυνταγματικότητας και αντίκειται στην ΕΣΔΑ, καθώς παραβιάζει κατάφωρα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των πολιτών κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος.

Σημειώνεται ότι κατά την ίδια δικάσιμο ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συζητούνταν έτερη ιατρική αγωγή αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης και αναπηρίας, στην οποία Πληρεξούσιος Δικηγόρος του εκεί ενάγοντος ετύγχανε ο κ. Διαλυνάς Νικόλαος, όπου δήλωσε τα αυτά.

Συγκεκριμένα, η υπ’ αριθμ. 5352/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τακτική Διαδικασία), δέχεται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

«ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 42 του ν. 4640/2019 ορίζεται ότι «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α’ 189), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 ου ν. 3994/2011 (Α’ 165), το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (Α’ 51) και το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 (Α’ 240) ,αντικαθίσταται ως εξής: «3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΝ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων , καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού.». 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία.». Εκ της διατάξεως αυτής καθίσταται σαφές ότι στις εκκρεμείς ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναγνωριστικές αγωγές, είτε αυτές ασκήθηκαν εξ αρχής ως αναγνωριστικές είτε ως καταψηφιστικές, που ετράπησαν ακολούθως σε αναγνωριστικές και εισήχθησαν προς συζήτηση μετά την 1η/1/2020, απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου κατ’ άρθ. 2 του ν. ΓΠΝ/1912. Η ως άνω διάταξη, υποχρεώνοντας τον διάδικο που άσκησε μία καταψηφιστική αγωγή προ της έναρξης ισχύος του ν. 4640/2019 και την έτρεψε , ολικά ή εν μέρει, σε αναγνωριστική κατά τη συζήτησή της που έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, ουσιαστικά εισάγει αναδρομική επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, η οποία όμως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, ως αντίθετη στα άρθρα 4 και 20 του Συντάγματος, διότι αφενός εισάγει άνιση μεταχείριση μεταξύ εκείνων που επέλεξαν να ασκήσουν εξαρχής αναγνωριστική αγωγή και όσων άσκησαν καταψηφιστική αγωγή με πρόθεση, εκμεταλλευόμενοι τη δυνατότητα που τους παρείχε ο νόμος, να την τρέψουν εγκαίρως σε αναγνωριστική, αφετέρου δυσχεραίνει το δικαίωμα τους σε έννομη προστασία, καθώς τους επιβαρύνει αιφνιδιαστικά (ήτοι με νόμο που θεσπίστηκε μετά την άσκηση της αγωγής τους) με επιπλέον δικαστικά έξοδα (βλ. για τα ανωτέρω ΠΠρΑθ 2554/2014, ΕλλΔνη 2015, σελ 882, ΠΠρΝαυπλ 150/2013 ΕλλΔνη 2013, σελ 542). Εξάλλου, η υιοθέτηση αυτής της λύσης αντιβαίνει ευθέως στον πάγιο νομολογιακό κανόνα ότι η τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το αίτημα της αγωγής, η οποία καταλύει αναδρομικά την αγωγή ως διαδικαστική πράξη (ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 1418/2018 σε ΝΟΜΟΣ). (…) Η ενάγουσα με τις ένδικες προτάσεις αφενός έτρεψε το σύνολο του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε εντόκως αναγνωριστικό και ακολούθως κατά τη συζήτηση της αγωγής, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, περιόρισε το ύψος του αιτήματος από 500.000 ευρώ σε 100.000 ευρώ. Ακολούθως, μετά τον ως άνω περιορισμό και την τροπή του αιτήματος σε αναγνωριστικό, που συνεφέλκεται και την παραίτηση από το αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, ζητά να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν εις ολόκληρον έκαστος να της καταβάλουν το ποσό των 100.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως και να καταδικασθούν στη δικαστική της δαπάνη. (…) Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, καθώς μετά την τροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε εντόκως αναγνωριστικό, δεν οφείλεται πλέον τέλος δικαστικού ενσήμου, μη εφαρμοζομένης της διάταξης του άρθρου 42 v.4640/2019, κατά τα άνωθι εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, ως αντίθετης προς το Σύνταγμα, αφού η αγωγή ασκήθηκε πριν τη θέση σε ισχύ της ως άνω διάταξης και η αναδρομική επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου σε εκκρεμή δικαστική υπόθεση προσβάλλει υπέρμετρα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και αντίκειται στην αρχή της ισότητας, κατά τα άνωθι εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο ΙΙΙ μείζονα πρόταση.».

Αριθμός απόφασης: 5352/2020 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τακτική Διαδικασία)

Σύνθεση του Δικαστηρίου:

Πρόεδρος: ΑΝΝΑ ΤΣΟΡΜΠΑ

Πρωτοδίκης: ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

Πρωτοδίκης-Εισηγητής: ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΡΟΔΗΜΟΣ (σημειώνεται ότι ο κ. Εισηγητής τυγχάνει Αναπληρωτής Υπεύθυνος Οικονομικής Διαχείρισης του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων)

Πληρεξούσιος Δικηγόρος της ενάγουσας: Διαλυνάς Νικόλαος ΑΜΔΣΘ 1529

Παρατίθενται κατωτέρω τα πρακτικά συζητήσεως, κατόπιν της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 5352/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τακτική Διαδικασία):

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ

Πρακτικά του Πολυμελούς ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Διαδικασία: ΝΕΑ ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ

Συνεδρίαση της 3-2-2020

Πινάκιο: …..

ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Πρόεδρος: ΑΝΝΑ ΤΣΟΡΜΠΑ

Πρωτοδίκης: ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

Πρωτοδίκης-Εισηγητής: ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΡΟΔΗΜΟΣ

Γραμματέας: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΜΠΑΖΙΑΚΟΥ

ΔΙΑΔΙΚΟΙ

ΕΝΑΓΟΥΣΑ

… του …, κάτοικος …, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου με στοιχεία: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΔΙΑΛΥΝΑΣ με Α.Μ. 1529 του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης.

ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ

1)…, κάτοικος …, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου με στοιχεία: … με Α.Μ. … του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης

2)Η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «…», που εδρεύει στο … και διατηρεί υποκατάστημα με την επωνυμία «….», που εδρεύει στην…, νομίμως εκπροσωπούμενη, που παραστάθηκε διά των προτάσεων του πληρεξουσίου της δικηγόρου με στοιχεία: … με Α.Μ. … του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης.

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ

Η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριό του.

Η Πρόεδρος, η οποία είχε τη διεύθυνση της συζητήσεως, εκφώνησε την υπόθεση από τη σειρά του πινακίου και οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω.

Αντικείμενο της συζήτησης είναι η με αριθμό κατάθεσης …. αγωγή, η οποία συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, εφόσον προκατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 237 §§ 1, 2 και 260 § 2 ΚΠολΔ).

Η τήρηση των πρακτικών της συζήτησης της υπόθεσης έγινε με φωνοληψία (άρθρο 256 § 1 και § 3 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το Π.Δ. 326/2001).

Η φωνοληπτική τήρηση των πρακτικών έγινε από την Γραμματέα του Δικαστηρίου και υπό τις οδηγίες της Προέδρου, που διευθύνει τη συζήτηση, με μαγνητοφώνηση.

Το απομαγνητοφωνημένο κείμενο εκτυπώθηκε και ενσωματώνεται στην παρούσα έκθεση πρακτικών όπως ακολουθεί:

– Υπ.αριθμόν …

– Υπ’αριθμόν … .

– Παρίσταται διά Νικολάου Διαλυνά, ΑΜ 1529, κυρία Πρόεδρε. Θέλω να περιορίσω το αναγνωριστικό αίτημα αναγκαστικά, λόγω του αντισυνταγματικού και επαίσχυντου Νόμου, από 500.000 σε 100.000 παραιτούμενος του υπολοίπου. Θέλω να σας καταθέσω την δήλωση μαζί με το παράβολο.

– Ωραία.

– Είναι της ντροπής το παράβολο.

– Είχατε καταθέσει προτάσεις.

– Να σας το δώσω κ.Πρόεδρε, τώρα; Νομίζω τώρα δεν πρέπει;

– Δώστε το. Στο μικρόφωνο τώρα που ήρθατε πέστε και το Α.Μ. Σας.

– Είπα 1529.

– Δεν το άκουσα εγώ όμως. Είχατε καταθέσει προτάσεις. …, ….

– Παρίσταται δια …, ΑΜ …

– Για αμφότερους;

– Όχι, για τον κύριο…..

– Έχετε καταθέσει προτάσεις έτσι κι αλλιώς… .., έχει καταθέσει προτάσεις βλέπω. Συζητείται. Για συνεκδίκαση, θα το πούμε με την απόφαση.

Το Δικαστήριο κήρυξε τη λήξη της συζητήσεως και επιφυλάχθηκε να αποφασίσει.

Η Πρόεδρος Η Γραμματέας

Το κείμενο της αποφάσεως έχει κατ’ αντιγραφήν ως ακολούθως:

ΑΠΟΦΑΣΗ: 5352 /2020

(Αριθμός κατάθεσης κύριας αγωγής: 14672/12262/24.07.2019) (αριθμός κατάθεσης ανακοίνωσης δίκης-προσεπίκλησης σε αναγκαστική

παρέμβαση – παρεμπίπτουσας αγωγής 20388/16938/23.10,2019

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Άννα Τσόρμπα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ιωάννη Αγγελόπουλο, Πρωτοδίκη και Παντελή Μποροδήμο, Πρωτοδίκη – Εισηγητή και από τη Γραμματέα Κωνσταντία Μπαζιάκου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη την 3η Φεβρουαρίου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α’ (κύρια αγωγή- πιν…) ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ….. του … και της …, κατοίκου …, οδός … . αρ. .., …, Α.Φ.Μ. …, Δ.Ο.Υ. …., που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και προκατέθεσε προτάσεις δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικολάου Διαλυνά, Α.Μ.Δ.Σ.Θ. 1529, δυνάμει της από 28.11.2019 έγγραφης εξουσιοδότησης, θεωρημένης για το γνήσιο της υπογραφής , ενώ προκαταβλήθηκε και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου (βλ. υπ•’ αριθ. .. και … γραμμάτια προείσπραξης) και

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1. … … του .., κατοίκου .. , οδός ..… αρ. .., Α.Φ.Μ. …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του .. ., Α.Μ. Δ.Σ.Θ. .., που προκατέθεσε προτάσεις δυνάμει της από 28.11.2019 έγγραφης εξουσιοδότησης, θεωρημένης για το γνήσιο της υπογραφής , ενώ προκαταβλήθηκε και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου (βλ. υπ’ αριθ. …γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών) ,

2. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… …» που εδρεύει στο …, οδός … αρ. .. και εκπροσωπείται νόμιμα, Α.Φ.Μ. …, που προκατέθεσε προτάσεις δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της .. .., Α.Μ. Δ.Σ.Θ. .., δυνάμει του υπ• αριθ. ..πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών .. ., ενώ προκαταβλήθηκε και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου (βλ. υπ’ αριθ. .. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών).

Β’ (ανακοίνωσης δίκης – προσεπίκλησης σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσας αγωγής πιν. ..):Του ΑΝΑΚΟΙΝΟΥΝΤΟΣ ­ ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΟΣ ΣΕ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ – ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: … . του …, κατοίκου .., οδός ..αρ. .., Α.Φ.Μ. …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του … .., Α.Μ. Δ.Σ.Θ. …, που προκατέθεσε προτάσεις δυνάμει της από ..έγγραφης εξουσιοδότησης, θεωρημένης για το γνήσιο της υπογραφής, ενώ προκαταβλήθηκε και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου (βλ. υπ’ αριθ. … και … γραμμάτια προκαταβολής εισφορών)

ΚΑΘΉΣ Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ- ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΕ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ – ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ: Η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία …. που εδρεύει στην …, επί των οδών …αρ…. και …, Α.Φ.Μ. …., Δ.Ο.Υ. …. και εκπροσωπείται νόμιμα, που προκατέθεσε προτάσεις δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της . …, Α.Μ. Δ.Σ.Θ. .., δυνάμει της από … έγγραφης εξουσιοδότησης και του ο … πρακτικό του Δ.Σ. της καθής, ενώ προκαταβλήθηκε και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου (βλ. υπ αριθ….γραμμάτια προκαταβολής εισφορών).

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ δημόσια συζήτηση της υπόθεσης, η οποία ορίστηκε δυνάμει της 30.12.2019 πράξης ορισμού δικασίμου και σύνθεσης της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο παρόν Δικαστήριο εισάγονται προς συζήτηση η με αριθμό κατάθεσης ….. κύρια αγωγή και η με αριθμό κατάθεσης …. ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – παρεμπίπτουσα αγωγή οι οποίες πρέπει, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 31 § 1, 246 και 285 εδ. α ΚΠολΔ, να συνεκδικαστούν, καθώς έχουν σχέση κυρίου και παρεπομένου, υπάγονται στην αυτή (τακτική) διαδικασία και επιπροσθέτως διότι με τον τρόπο αυτό επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης με ταυτόχρονη μείωση των εξόδων.

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 εδ. β’, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσης του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. Ειδικότερα δε σε περίπτωση ιατρικής αμέλειας, αιτιώδης συνάφεια υφίσταται, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια του ιατρού, κατά τον χρόνο και με τους όρους που έγινε, ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) κατ’ αντικειμενική πρόγνωση και σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων -χωρίς τη μεσολάβηση άλλων άσχετων ή ασυνήθιστων και έκτακτων περιστατικών- να επιφέρει ζημία . Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό πως για την κατάφαση ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου υιοθετείται η θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας (ΑΠ 974/2014, ΑΠ 1693/2013, ΣτΕ 424/2012, ΣτΕ 1219/2012 σε τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Πρέπει δε να αναφερθεί ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, πράξη τρίτου ή η προδιάθεση του παθόντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος (ΑΠ 1360/2010 σε τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία, που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του (ΑΠ 1227/2007 σε τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, η ιατρική αμέλεια θεμελιώνεται στο άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 “περί Κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος”, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ”Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας , τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών”, ήδη όμως και στις διατάξεις των άρθρων 2 § 3 εδ. α’, 3 §§ 2 και 3 και 10 §§ 1 και 3 του ν. 3148/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας) που εκσυγχρονίζουν και εξειδικεύουν πλέον το ζητούμενο πρότυπο της ορθής ιατρικής συμπεριφοράς, ορίζοντας ότι: «Το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης» (2 § 3 εδ. α’), «2. Ο ιατρός ενεργεί με βάση: α) την εκπαίδευση που του έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκησή του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και τη συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση, β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης. 3. Ο ιατρός, κατά την άσκηση της ιατρικής, ενεργεί με πλήρη ελευθερία, στο πλαίσιο των γενικά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων της ιατρικής επιστήμης, όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της εφαρμοσμένης σύγχρονης επιστημονικής έρευνας. Έχει δικαίωμα για επιλογή μεθόδου θεραπείας, την οποία κρίνει ότι υπερτερεί σημαντικά έναντι άλλης, για τον συγκεκριμένο ασθενή, με βάση τους σύγχρονους κανόνες της ιατρικής επιστήμης , και παραλείπει τη χρήση μεθόδων που δεν έχουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση» (3 §§ 2 και 3), «1. Η άσκηση της ιατρικής γίνεται σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Ο ιατρός έχει υποχρέωση συνεχιζόμενης δια βίου εκπαίδευσης και ενημέρωσης σχετικά με τις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και της ειδικότητάς του…. 3. Ο ιατρός οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια των επαγγελματικών του ικανοτήτων και να συμβουλεύεται τους συναδέλφους του (10 §§ 1 και 3). Από τη διάταξη του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939, σε συνδυασμό με τις λοιπές που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλεια του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του παρέβη την υποχρέωση επιμελείας του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Αντιθέτως, δεν φέρει καμιά ευθύνη αν ενήργησε σύμφωνα με τους πιο πάνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1693/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 1444/2012 σε τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 424/2012 ΧρΙΔ 2012. 587). Ιδιαίτερα θα ληφθεί υπόψη η συνδρομή ειδικότητας στο πρόσωπο του ιατρού, η οποία αποτελεί και το λόγο βαρύτερης ευθύνης του ειδικού (specialiste), αφού η προσφυγή στις υπηρεσίες του, με βαρύτερη οικονομική επιβάρυνση συνήθως του ασθενούς, γίνεται ακριβώς λόγω της ειδικότητάς του αυτής (ΕφΑθ 4964/2008, ΕφΑθ 2384/2005, ΕφΑθ 4495/2002 σε τράπεζα νομικών πληροφοριών Νόμος). Εξάλλου, η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία, που προκάλεσε σε ασθενής κατά την παροχή σε αυτόν των ιατρικών υπηρεσιών του, εμπίπτει και στη ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του Ν.2251/1994 «για την προστασία των καταναλωτών», που καθιερώνει νόθο αντικειμενική ευθύνη για τον υπαίτιο ιατρό, αφού και αυτός παρέχει τις ιατρικές υπηρεσίες του κατά τρόπο ανεξάρτητο, δηλαδή δεν υπόκειται σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του ασθενούς, αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει ο ίδιος τον τρόπο της παροχής των υπηρεσιών του (ΑΠ 427/2015, ΑΠ 867/2013, ΑΠ 424/2012, ΑΠ 1227/2007 σε τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Ενόψει δε της καθιερούμεvης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη, που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεως του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1067/2015, ΑΠ 974/2014, ΑΠ 657/2014, ΑΠ 726/2012 σε τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, η ιατρική αμέλεια μπορεί να εμφανίζεται υπό τις εξής μορφές: α) Ως εσφαλμένη διάγνωση ή μη διάγνωση μιας νόσου, λόγω μη συμμόρφωσης προς τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, η οποία έχει ως συνέπεια τη μη αντίληψη και μη κοινοποίηση του κινδύνου, που απειλεί το έννομο αγαθό της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας και υγείας (ως επί το πλείστον η ορθή διάγνωση προϋποθέτει τη λήψη του ιστορικού του ασθενούς, εξέταση του, εργαστηριακές εξετάσεις, ακτινογραφίες και συμβουλή άλλων ιατρών). β) Ως εσφαλμένη – πλημμελής θεραπευτική αγωγή (φαρμακευτική, διαιτητική, εγχειρητική κλπ.), διαδικασία δηλαδή που αποσκοπεί στην ίαση του ασθενούς κατά τρόπο που παρακάμπτει τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (π.χ. μετάγγιση αίματος χωρίς έλεγχο της συμβατότητας των ομάδων αίματος, εγκατάλειψη εργαλείων ή άλλων αντικειμένων στο σώμα του ασθενούς μετά την εγχείρηση, μη έγκαιρη επέμβαση, χορήγηση υπερβολικής δόσης φαρμάκου). Δηλαδή, η αμέλεια του ιατρού μπορεί να θεμελιωθεί σε σφάλμα περί την εκλογή της θεραπείας, λόγω της οποίας και επέρχεται κακό στον ασθενή, είτε αυτό οφείλεται σε άγνοια της προσήκουσας για την περίπτωση θεραπείας ή γενικά ενέργειας, είτε σε επιλογή μεθόδου και θεραπείας που κατά τις γενικά κρατούσες αρχές της ιατρικής επιστήμης δεν ήταν ενδεδειγμένες για τη συγκεκριμένη περίπτωση. γ) Ως μη παραπομπή του ασθενούς σε ειδικό θάλαμο και η ανάληψη της διεξαγωγής ενός διαγνωστικού ή θεραπευτικού εγχειρήματος, χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες ειδικές γνώσεις και ικανότητες ή τα κατάλληλα διαγνωστικά μέσα. δ) Ως μη εκπλήρωση καθήκοντος ιατρικής μέριμνας και επιμέλειας (πρβλ. ΑΠ 2368/2005 ΠοινΔικ 2006.664, ΑΠ 1569/2003 ΠοινΔικ 2004.227, βλ. ΕφΑΘ 4964/2008 ΝοΒ 2009.523).

ΙΙ. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση πρόκλησης σωματικής βλάβης προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της τυχόν ηθικής βλάβης του πιο πάνω προσώπου προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης , β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της βλάβης και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση πρόστησης υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει σε διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου. Έτσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και σε περίπτωση σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υπόθεσης , ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων. Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε ιδιωτική κλινική ή άλλο ιατρικό κέντρο αρκεί, για τον χαρακτηρισμό τους ως προστήσαντες, η εκ μέρους τους παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου . Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το άρθρο 24 ΑΝ 156511939, ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων το να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα (ΑΠ 1988/2013, ΑΠ 687/2013 σε τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Επομένως, αν από αμελή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού επήλθε η σωματική βλάβη προσώπου νοσηλευομένου σε ιδιωτική κλινική, η προστήσασα τον ιατρό κλινική ευθύνεται για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη το πιο πάνω πρόσωπο. Πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, δικαιολογητικό λόγο της οποίας αποτελεί το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος (ΑΠ 687/2013 ό.π., ΑΠ 1226/2007 Χρ/Δ 2008. 324). Το πρόβλημα εμφανίζεται οξύτερο, όταν η σχέση του ιατρού με κλινική ή με νοσηλευτικό ίδρυμα είναι χαλαρή υπό τη μορφή της ελεύθερης συνεργασίας μεταξύ τους, σύμφωνα με την οποία ο ιατρός επιμελείται τη νοσηλεία και συνήθως τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης ή τοκετού σε κλινική ή ίδρυμα που διαθέτει την απαραίτητη επιστημονική και υλικοτεχνική υποδομή (εγκαταστάσεις, φάρμακα, μηχανήματα, εργαλεία, κ.λπ.) και το κατώτερο μη ιατρικό ή παραϊατρικό προσωπικό που θέτει στη διάθεση του ιατρού έναντι αμοιβής που εισπράττει κατευθείαν από τον πελάτη ασθενή, ασχέτως της αμοιβής του ιατρού που καταβάλλεται από τον τελευταίο απευθείας σε αυτόν. Η σχέση αυτή είναι συνηθισμένη στις συναλλαγές και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση τόσο του ιατρού, που με τον τρόπο αυτό χρησιμοποιεί κερδοφόρα τις υπηρεσίες της κλινικής ή του ιδρύματος, όσο και των τελευταίων που με τη συνδρομή των ιατρών εξασφαλίζουν πελατεία και αποκομίζουν κέρδη. Ο ιατρός εντάσσεται, βεβαίως, στο πρόγραμμα της κλινικής ή του ιδρύματος, το οποίο καθορίζει τον τόπο και χρόνο παροχής της ιατρικής συνδρομής από αυτόν, ο οποίος ενεργεί με ιδία πρωτοβουλία στο αμιγώς ιατρικό μέρος των καθηκόντων του. Ακόμη και όταν άλλος ιατρός προΐσταται της κλινικής, του νοσηλευτικού ιδρύματος ή ενός τμήματός του, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι παρά την ανεξαρτησία του συνεργαζόμενου ιατρού σχετικά με την άσκηση των αμιγών ιατρικών του καθηκόντων, υπάρχει σχέση πρόστησης κατ’ άρθρο 922 ΑΚ και επομένως συντρέχει ευθύνη του προσώπου που διατηρεί την κλινική ή το ίδρυμα, διότι και τότε η επαγγελματική δραστηριότητα του ιατρού εμπίπτει στον επιχειρηματικό κύκλο δράσης αυτού του προσώπου. Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη με τον προαναφερόμενο δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης του προστήσαντος. Επιπλέον, σύμφωνα με τη σύγχρονη αντίληψη των συναλλαγών, οι οποίες έχουν γίνει πολύπλοκες και για την επίτευξη ενός αποτελέσματος συχνά παρεμβάλλονται πρόσωπα περισσότερων ειδικοτήτων επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων, γίνεται ορθά δεκτό ότι οι οδηγίες του προστήσαντος δεν είναι ανάγκη να φθάνουν μέχρι το σημείο της παροχής λεπτομερειών ιδίως σε θέματα τεχνικής φύσης ή ακόμη και ότι δεν είναι απαραίτητο οι οδηγίες να αφορούν τον τόπο, χρόνο ή την τεχνική άσκηση της εργασίας του προστηθέντος, αλλά αρκεί μια χαλαρή έστω εξάρτηση του ιατρού από την κλινική για να προσδώσει σε αυτήν το χαρακτηρισμό της προστήσασας (Α. Τσαλαπόρτας, «Ιατρική αμέλεια και προβληματισμοί αναφορικά με την αντιμετώπιση της αστικής ιατρικής ευθύνης από τα πολιτικά δικαστήρια της Ελλάδος», σε Ερευνητικό Δίκτυο Α.Π.Θ. (επιμ.), Ιατρική Ευθύνη από Αμέλεια (Αστική – Ποινική) – Ειδικά Θέματα Ιατρικού Δικαίου, εκδ. 2013, σ. 13 – 14 και εκεί παραπομπές, όπως και ΠολΠρΑθ 260/2014 ΕλλΔνη 2014. 525).

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 42 του ν. 4640/2019 ορίζεται ότι «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α’ 189), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 ου ν. 3994/2011 (Α’ 165), το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (Α’ 51) και το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 (Α’ 240) ,αντικαθίσταται ως εξής: «3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΝ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων , καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού.». 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία.». Εκ της διατάξεως αυτής καθίσταται σαφές ότι στις εκκρεμείς ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναγνωριστικές αγωγές, είτε αυτές ασκήθηκαν εξ αρχής ως αναγνωριστικές είτε ως καταψηφιστικές, που ετράπησαν ακολούθως σε αναγνωριστικές και εισήχθησαν προς συζήτηση μετά την 1η/1/2020, απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου κατ’ άρθ. 2 του ν. ΓΠΝ/1912. Η ως άνω διάταξη, υποχρεώνοντας τον διάδικο που άσκησε μία καταψηφιστική αγωγή προ της έναρξης ισχύος του ν. 4640/2019 και την έτρεψε , ολικά ή εν μέρει, σε αναγνωριστική κατά τη συζήτησή της που έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, ουσιαστικά εισάγει αναδρομική επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, η οποία όμως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, ως αντίθετη στα άρθρα 4 και 20 του Συντάγματος, διότι αφενός εισάγει άνιση μεταχείριση μεταξύ εκείνων που επέλεξαν να ασκήσουν εξαρχής αναγνωριστική αγωγή και όσων άσκησαν καταψηφιστική αγωγή με πρόθεση, εκμεταλλευόμενοι τη δυνατότητα που τους παρείχε ο νόμος, να την τρέψουν εγκαίρως σε αναγνωριστική, αφετέρου δυσχεραίνει το δικαίωμα τους σε έννομη προστασία, καθώς τους επιβαρύνει αιφνιδιαστικά (ήτοι με νόμο που θεσπίστηκε μετά την άσκηση της αγωγής τους) με επιπλέον δικαστικά έξοδα (βλ. για τα ανωτέρω ΠΠρΑθ 2554/2014, ΕλλΔνη 2015, σελ 882, ΠΠρΝαυπλ 150/2013 ΕλλΔνη 2013, σελ 542). Εξάλλου, η υιοθέτηση αυτής της λύσης αντιβαίνει ευθέως στον πάγιο νομολογιακό κανόνα ότι η τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το αίτημα της αγωγής, η οποία καταλύει αναδρομικά την αγωγή ως διαδικαστική πράξη (ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 1418/2018 σε ΝΟΜΟΣ). Με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα εκθέτει ότι τον Ιανουάριο του 2014 αντιλήφθηκε ότι είναι έγκυος και απευθύνθηκε στον πρώτο εναγόμενο, που είναι ιατρός- μαιευτήρας- γυναικολόγος- χειρουργός, ο οποίος ανέλαβε την ιατρική παρακολούθηση της πορείας της εγκυμοσύνης της. Ότι κατά τον ένατο μήνα της κύησης και συγκεκριμένα την 14.08.2014 εμφάνισε μυξώδες υγρό με πρόσμιξη αίματος και συσπάσεις της μήτρας και μετά από επικοινωνία με τον πρώτο εναγόμενο της συνέστησε να μεταβεί στις εγκαταστάσεις του υποκαταστήματος της δεύτερης εναγομένης στη … με το διακριτικό τίτλο «…», όπου μετά από εξέταση διαπίστωσε την ανάγκη πρόωρου τοκετού και εκτέλεσε μετά από επιθυμία της ενάγουσας καισαρική τομή. Ότι παρόλο που το βρέφος γεννήθηκε υγιές, η ίδια η ενάγουσα μετά τον τοκετό παρουσίασε αιμόρροια από τη μήτρα και ακολούθως διάχυτη ενδαγγειακή πήξη που προκλήθηκαν από κάκωση του ορθού κοιλιακού μυ της ενάγουσας που προκάλεσε ο πρώτος εναγόμενος, προστηθείς της δεύτερης εναγόμενης, χωρίς να το αντιληφθεί. Ότι εσφαλμένα ο πρώτος εναγόμενος διέγνωσε αντί της κάκωσης του κοιλιακού μυ, ατονία της μήτρας και για το λόγο αυτό δεν κατόρθωσε να σταματήσει την ακατάσχετη αιμορραγία επί έξι ώρες μετά την καισαρική τομή, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην απόφαση να προχωρήσει σε υφολική υστερεκτομή, προκαλώντας στην ενάγουσα μη αναγκαίο ακρωτηριασμό οργάνου του σώματός της. Ότι ως αποτέλεσμα της ως άνω ιατρικής αντιμετώπισης η ενάγουσα εμφάνισε δευτεροπαθή θρομβοκυττάρωση την οποία δεν αξιολόγησε ο πρώτος εναγόμενος σε συνδυασμό με λεμφοίδημα κάτω άκρων που κατέδειξε η εξέταση triplex φλεβών. Ότι παρά ταύτα την 29.08.2014 ο πρώτος εναγόμενος, προστηθείς της δεύτερης της χορήγησε εξιτήριο, ενώ οι τιμές των αιμοπεταλίων της δεν ήταν φυσιολογικές και χωρίς να της συνταγογραφήσει αντιπηκτική αγωγή, γεγονός που επέτρεψε την αύξηση των αιμοπεταλίων σε επικίνδυνα επίπεδα και οδήγησε σε νοσηλεία της με αντιπηκτική αγωγή την 02.09.2014 στην αιματολογική κλινική του ….. «…», προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος θρομβωτικού επεισοδίου. Ότι από τις ως άνω αμελείς ενέργειες και παραλείψεις του πρώτου εναγομένου, προστηθέντος της δεύτερης εναγόμενης επιβαρύνθηκε σοβαρά η υγεία της ενάγουσας, απώλεσε τη δυνατότητα για δεύτερη τεκνοποίησης και τέθηκε σε άμεσο κίνδυνο η ζωή της. Ότι επιπλέον ταλαιπωρήθηκε σημαντικά κατά τις ημέρες μετά την εκτέλεση της καισαρικής τομής, έχοντας χάσει τη χαρά της φροντίδας των πρώτων ημερών της ζωής του βρέφους της και φοβούμενη για τη ζωή της. Ότι για τους λόγους αυτούς έχει υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Η ενάγουσα με τις ένδικες προτάσεις αφενός έτρεψε το σύνολο του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε εντόκως αναγνωριστικό και ακολούθως κατά τη συζήτηση της αγωγής, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, περιόρισε το ύψος του αιτήματος από 500.000 ευρώ σε 100.000 ευρώ. Ακολούθως, μετά τον ως άνω περιορισμό και την τροπή του αιτήματος σε αναγνωριστικό, που συνεφέλκεται και την παραίτηση από το αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, ζητά να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν εις ολόκληρον έκαστος να της καταβάλουν το ποσό των 100.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως και να καταδικασθούν στη δικαστική της δαπάνη. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η ως άνω κύρια αγωγή παραδεκτά ασκήθηκε αφού κατατέθηκε την … και επιδόθηκε στους εναγόμενους αυθημερόν (βλ. υπ’αριθ. 6942Α και 6941Α … εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Θεσσαλονίκης …. και …/ … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Πειραιά ….), προσκομιζόμενες από την ενάγουσα), ήτοι εντός της προθεσμίας 30 ημερών κατά το άρθρο 215παρ.2 ΚΠολΔ και αρμοδίως εισάγεται για να δικασθεί στον παρόν Δικαστήριο, που είναι καθ’ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρο 18, 22, 25 παρ. 2 και 35 ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330, 340, 345, 914, 922, 932 ΑΚ, 15, 28, 314 ΠΚ, 3 παρ. 2 και 3, 10 παρ. 1 και 3, 11 και 12 Ν. 3148/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας) ως ισχύει, 8 Ν. 2251/1994 και 70, 176 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, καθώς μετά την τροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε εντόκως αναγνωριστικό, δεν οφείλεται πλέον τέλος δικαστικού ενσήμου, μη εφαρμοζομένης της διάταξης του άρθρου 42 v.4640/2019, κατά τα άνωθι εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, ως αντίθετης προς το Σύνταγμα, αφού η αγωγή ασκήθηκε πριν τη θέση σε ισχύ της ως άνω διάταξης και η αναδρομική επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου σε εκκρεμή δικαστική υπόθεση προσβάλλει υπέρμετρα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και αντίκειται στην αρχή της ισότητας, κατά τα άνωθι εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο ΙΙΙ μείζονα πρόταση.

IV. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 88 ΚΠολΔ, για τη νομιμότητα της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή , πρέπει μεταξύ του προσεπικαλούντος και του προσεπικαλουμένου να υπάρχει , δυνάμει του νόμου ή της σύμβασης, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, του παρέχει το δικαίωμα αποζημίωσης κατά του προσεπικαλουμένου. Με την προσεπίκληση αυτή, μπορεί να ενωθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, υπό την αίρεση ευδοκίμησης της κύριας αγωγής, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 εδ. ε ΚΠολΔ (ΑΠ 4/2010ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1012/1991 ΕλλΔνη 34.571). Ειδικότερα, ο ασφαλισμένος, που ενάγεται με αίτημα την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω πρόκλησης ζημιάς, δικαιούται να ασκήσει τα δικαιώματά του, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση και με παρεμπίπτουσα αγωγή, εκδικαζόμενη κατά την ίδια διαδικασία με την κύρια αγωγή και μάλιστα πριν από την καταβολή της αποζημίωσης στον παθόντα, κατά τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε ΚΠολΔ (ΠΠΘεσ/κης 24772/2010 ΧρΙΔ 2010.771). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, 1 και 2 του v. 2496/1997 «περί ασφαλιστικής σύμβασης.», για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση ασφαλιστικής αποζημίωσης, διότι επήλθε ο ασφαλισθείς κίνδυνος, αρκεί η επίκληση της ασφαλιστικής σύμβασης κατά το περιεχόμενό της και δη των στοιχείων αυτής των προβλεπόμενων από τη διάταξη του άρθρου 1 του v. 2496/1997, ήτοι ως σύμβασης, δυνάμει της οποίας ο ασφαλιστής ανέλαβε έναντι ασφαλίστρου την υποχρέωση προς καταβολή του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης . Δεν είναι αναγκαίο να περιλαμβάνεται στην αγωγή αυτή και το ποσό του ασφαλίστρου, ούτε ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του, διότι δεν είναι από τα γεγονότα, που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Η σύμβαση ασφάλισης, που αποτελεί τη βάση της, έχει συντελεσθεί και χωρίς την καταβολή του ασφαλίστρου, εφόσον δεν εξαρτήθηκε η κατάρτισή ή η έναρξη των αποτελεσμάτων της από την καταβολή τους, γεγονός, που, αν είχε συμφωνηθεί, πρέπει ειδικώς να προτείνεται. Επομένως, η παράλειψη της επίκλησης των γεγονότων τούτων δεν καθιστά την αγωγή αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη (ΑΠ 978/1996 ΕλλΔνη 39.823, ΕΘεσ/κης 1385/2006 ΕΕμπΔ 2006.989, ΠΠΑ 4876/2002 ΔΕΕ 2007.339, ΠΠρΑθ 2023/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την ένδικη ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση δικονομικού εγγυητή-παρεμπίπτουσα αγωγή ο αvακοιvώvωv – προσεπικαλώv – παρεμπιπτόντως ενάγων εκθέτει ότι η ενάγουσα της κύριας αγωγής άσκησε σε βάρος του την με αριθμό ….αγωγή της, το περιεχόμενο της οποίας ενσωματώνει αυτούσιο στην ένδικη ανακοίνωση- προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή. Ότι ανεξαρτήτως του ότι προτίθεται να αποκρούσει την ένδικη αγωγή, έχει έννομο συμφέρον να γνωστοποιήσει το περιεχόμενό της στην καθ’ ης η ανακοίνωση – προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εvαγόμεvη ασφαλιστική εταιρεία, υπό την ιδιότητά της ως δικονομικού εγγυητή. Ότι δυνάμει του α) υπ’ αρίθ.…..ασφαλιστικού συμβολαίου επαγγελματικής αστικής ευθύνης, με διάρκεια ισχύος ασφάλισης από 23. 05. 2014 έως23.05.2015 η παρεμπιπτόντως εvαγόμεvη-καθ’ ης η ανακοίνωση-προσεπίκληση δικονομική εγγυήτρια ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει ασφαλιστικά την επαγγελματική αστική ευθύνη του προσεπικαλούvτος προς τρίτους για πρόκληση υλικών ζημιών, σωματικών βλαβών, θανάτου και αδικών ατυχημάτων. Ότι το αναφερόμενο στην αγωγή περιστατικό φέρεται να έλαβε χώρα μέσα στο χρόνο ισχύος του άνωθι ασφαλιστικού συμβολαίου . Για το λόγο αυτό ανακοινώνει στην καθ’ ης η προσεπίκληση τη δίκη που ανοίχθηκε με την άσκηση της ως άνω κύριας αγωγής και την προσεπικαλεί να παρέμβει στην κύρια δίκη και περαιτέρω ζητά να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εvαγόμεvη ασφαλιστική εταιρεία με προσωρινά εκτελεστή απόφαση να της καταβάλει όποιο ποσό κληθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, νομιμοτόκως από την επομένη της καταβολής του ποσού αυτού και μέχρι εξοφλήσεως. Τέλος, να καταδικασθεί η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία στη δικαστική της δαπάνη. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, οι σωρευόμεvες στο αυτό δικόγραφο ανακοίνωση – προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή και παρεμπίπτουσα αγωγή, φέρονται αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 31 και 283 ΚΠολΔ) παρά την ύπαρξη συμβατικής ρήτρας αποκλειστικής δωσιδικίας των Δικαστηρίων της Αθήνας, καθώς η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι συναφής με την κύρια αγωγή, η οποία (συνάφεια) καθιδρύει αποκλειστική δωσιδικία κατ’ άρθρο 31 παρ. 1 ΚΠολΔ, που υπερισχύει και της αποκλειστικής δωσιδικίας της παρεκτάσεως με έγγραφη συμφωνία (ΕΑ 7371/79 ΕλλΔ/vη 20, 683, Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ αρθρ. 31 αριθμ. 22, ΠΠρΘεσ 14674/2017 αδημ), αφού αντίθετη εκδοχή οδηγεί σε παρέλκυση της κύριας δίκης και δεν υπηρετεί την οικονομία της. Περαιτέρω, παραδεκτά ασκήθηκε δεδομένου ότι α) κατατέθηκε την … και επιδόθηκε στην καθ ης αυθημερόν (βλ. την με αριθμό … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Θεσσαλονίκης ….), ήτοι εντός της προθεσμίας των 60 ημερών από την κατάθεση της αγωγής κατά το άρθρο 238 ΚΠολΔ ως προς την προσεπίκληση και εντός 30 ημερών από την κατάθεση της παρεμπίπτουσας αγωγής κατά το άρθρο 215παρ.2 ΚΠολΔ και β) για το αίτημά της δεν οφείλεται τέλος δικαστικού ενσήμου λόγω της τροπής του αιτήματος της κύριας αγωγής εν όλω σε αναγνωριστικό, αφού δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 42 ν.4640/2019, ως αντίθετη προς το Σύνταγμα, ως άνωθι εκτέθηκε στην υπό στοιχείο ΙΙΙ μείζονα πρόταση, καθώς αφορά σε εκκρεμή κατά το χρόνο θέσπισης της ως άνω διάταξης παρεμπίπτουσα αγωγή. Ακολούθως είναι ορισμένη παρά τους περί τους αντιθέτου ισχυρισμούς της καθ’ η ς, καθώς αφενός αναφέρεται στην αγωγή η ασφαλιστική σύμβαση και το περιεχόμενο αυτής που είναι η επαγγελματική ευθύνη έναντι τρίτων για υλικές ζημιές, σωματικές βλάβες, θανάτους και ομαδικά ατυχήματα, ενώ, δεν είναι αναγκαία η αναφορά του ύψους του ασφάλιστρου και αν αυτό καταβλήθηκε, κατά τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο IV μείζονα πρόταση, αφού δεν προτείνεται ειδικά από την εναγόμενη ότι η έναρξη της ασφάλισης εξαρτήθηκε από την καταβολή του. Εν συνεχεία η ανακοίνωση – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή είναι και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 25 του v. 2496/1997, 361, 340, 345 ΑΚ, 69 παρ. 1 περ. ε, 88, 91, 283 και 176 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, πλην του αιτήματος να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, καθώς μετά την τροπή του αιτήματος της κύριας αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, κατέστη και το παρεπόμενο αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής για κήρυξη προσωρινής εκτελεστότητας νόμω αβάσιμο και απορριπτομένου του αιτήματος της παρεμπιπτόντως εναγόμενης για εξαίρεση από την επιδίκαση των τόκων επιδικίας (άρθρο 346 ΑΚ), καθώς ουδόλως προσδιορίζονται οι ειδικές περιστάσεις που θα καθιστούσαν αναγκαία τοιαύτη εξαίρεση.

V. Με τη διάταξη του άρθρ. 7§1 εδ (α) του v. 2496/1997 ορίζεται ότι ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός 8 ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η υπαίτια παράβαση από το λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του. Ακολούθως, με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδ(α) του ίδιου και πάλι άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Η υποχρέωση ειδικότερα του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται όμως σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητά του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή (ΟλΑΠ 1805/1986, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την “κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων”, πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33§1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του v. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις “ημιαναγκαστικού” κατ’ αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν. Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος , η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχομένη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκουμένης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας. Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ. 33§1 του v.2496/1997, είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ’ αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο v. 2496/1997. Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρ. 7§6 του v. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού (2496/1997), που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ’ αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών. Συνεπώς ως απαλλακτική ρήτρα μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα “claims made policy” (αξιώσεις που θα προβληθούν,) σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί για τη γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά τη διάρκειά της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή ή κατά επιεικέστερη παραλλαγή να αναγγελθεί απλώς στον ασφαλιστή κατά τη διάρκειά της η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που θα πρέπει έτσι να ανακαλυφθεί κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου (ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας). Η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δεν συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος κατά την έννοια της παρ . 1 του άρθρ. 7 του v. 2496/1997, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσής του προς αποζημίωση (ΑΠ 1026/2008.) Μάλιστα με την υπ’ αριθ. 14/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έχει ήδη κριθεί ότι η ρήτρα “claims made policy” μπορεί έγκυρα να συμφωνηθεί στην ασφάλιση πίστωσης κατά επαγγελματικών κινδύνων, οπότε όμως συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος για να γίνει δεκτή η ρήτρα αυτή και στις λοιπές ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων. Επομένως η παραπάνω απαλλακτική ρήτρα, εφόσον γίνεται τελικά δεκτό ότι αποτελεί ευχέρεια παρεχομένη από το άρθρ. 7§6 του ν. 2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρ. 33§1 του νόμου αυτού. Η ίδια εξ άλλου ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ’ εαυτής στη ρύθμιση του άρθρ. 2§8 του ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρ. 13§3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρ. 7§6 του παραπάνω νόμου (ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 19/2015 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΠΠρΘες 15509/2017 αδημ.).

Η παρεμπιπτόντως εναγόμενη με τις ένδικες προτάσεις της ισχυρίζεται ότι με τον παρεμπιπτόντως ενάγοντα έχουν καταρτίσει το με αριθμό 11085897 ασφαλιστήριο και την με αριθμό 005789922 πρόσθετη πράξη αυτού, με το οποίο ανέλαβε να καλύπτει την ευθύνη έναντι απαιτήσεων που εγείρουν τρίτοι εξαιτίας πράξεων και παραλείψεών του, που έλαβαν χώρα στο διάστημα από 12 μεσημβρινή της 23.05.2017 έως 12η μεσημβρινή της 23.05.2018, ενώ έχει συμφωνηθεί και περίοδος αναδρομικής ισχύος (retroactive date) από την ημερομηνία έναρξης της ασφαλιστικής περιόδου, δηλαδή από την ημερομηνία πρώτης ασφάλισής του στην παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, ήτοι την 23.05.2014. Ότι επιπλέον συμφωνήθηκε ότι η παρεχόμενη κάλυψη ίσχυε για αξιώσεις τρίτων που θα είχαν εγερθεί εντός της ασφαλιστικής περιόδου, ήτοι από 23.05.2017 έως 23.05.2018 και περαιτέρω συμφωνήθηκε περίοδος αργοπορημένης δήλωσης αξίωσης προς αποζημίωση για τους επόμενους 12 ημερολογιακούς μήνες από τη λήξη της ασφαλιστικής περιόδου, ήτοι εν προκειμένω έως την 23.05.2019. Ότι η έγερση της αξίωσης της κυρίως ενάγουσας ως τρίτης, κατά του παρεμπιπτόντως ενάγοντος ασφαλισμένου, έλαβε χώρα μεταγενέστερα από το συμφωνημένο χρόνο κάλυψης και συγκεκριμένα την 24.07.2019, επομένως θα πρέπει η παρεμπίπτουσα αγωγή να απορριφθεί ως αντίθετη με την ασφαλιστική σύμβαση. Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα ο ισχυρισμός της παρεμπιπτόντως εναγόμενης συνιστά ένσταση απαλλαγής από την ασφαλιστική ευθύνη λόγω συμβατικής διεύρυνσης του πεδίου απαλλαγής του ασφαλιστή, που είναι νόμω βάσιμη κατά τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο μείζονα πρόταση, πρέπει επομένως να εξετασθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Επικουρικά, η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση, στην περίπτωση που γίνει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή, θα πρέπει να περιορισθεί η ευθύνη της μέχρι του ανώτατου ορίου της συμφωνηθείσας ασφαλιστικής κάλυψης ύψους 600.000 ευρώ. Με το περιεχόμενο αυτό και ο επικουρικός ισχυρισμός είναι νόμω βάσιμος, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 361ΑΚ και ν.2496/1997 και πρέπει να ερευνηθεί και αυτός στην ουσία του.

Από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι τα οποία λαμβάνονται άλλα για άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα κατά το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, μεταξύ των οποίων και τα ξενόγλωσσα έγγραφα , που προσκομίζει ο πρώτος εναγόμενος νομίμως μεταφρασμένα από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, από την με αριθμό 3710/28.11.2019 ένορκη βεβαίωση των … ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, την με αριθμό…ένορκη βεβαίωση της …, ενώπιον του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης …., που ελήφθησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα μετά από κλήτευση των εναγομένων προ δύο ημερών (βλ. υπ ‘ αριθ ….. και….. εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Θεσσαλονίκης …. και τις υπ’ αριθ. …. και ….εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Εφετείου Πειραιά …και …), προσκομιζόμενες από την ενάγουσα), από τη με αριθμό…ένορκη βεβαίωση των …, … και…, που ελήφθησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα μετά από κλήτευση του ενάγοντος προ δύο ημερών (βλ. υπ’αριθ… έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Θεσσαλονίκης…), παρά την περί του αντιθέτου ένσταση της ενάγουσας ως προς τη μη αναγραφή του επαγγέλματος της … στην κλήτευση, καθώς δεν προκαλείται δικονομική βλάβη από αυτή την παράλειψη ενώ η έλλειψη εν προκειμένω δε δημιουργεί ασάφεια ως προς την ταυτότητα της βεβαιούσας , όπως θα συνέβαινε αν δεν περιλαμβανόταν στην κλήση το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνσή της (βλ. σχετικά ΑΠ 1175/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), από τις δικαστικές ομολογίες για τις οποίες θα γίνει ειδικότερη μνεία παρακάτω και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα τον Ιανουάριο του 2014, διαπίστωσε ότι είναι έγκυος και ακολούθως απευθύνθηκε στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είναι ιατρός μαιευτήρας- γυναικολόγος – χειρουργός, ο οποίος ανέλαβε την παρακολούθηση της εγκυμοσύνης της. Η κύηση της ενάγουσας καθαυτή εξελίχθηκε ομαλά μέχρι την 14.08.2014 που διένυε τον ένατο μήνα της διάρκειάς της. Την 14.08.2014 η ενάγουσα εμφάνισε μυξώδες κολπικό υγρό με πρόσμιξη αίματος και μετά από σύσταση του πρώτου εναγόμενου με τον οποίο επικοινώνησε τηλεφωνικά μετέβη στις εγκαταστάσεις του …., που ανήκουν στην δεύτερη εναγόμενη προκειμένου να την εξετάσει. Η ενάγουσα κατά την είσοδό της στην αίθουσα τοκετών της δεύτερης εναγόμενης διένυε την 39η εβδομάδα κύησης και αμέσως μόλις τέθηκε υπό παρακολούθηση, διαπιστώθηκε με καρδιοτοκογραφικό έλεγχο ότι εμφάνιζε συσπάσεις της μήτρας, πρόδρομες της έναρξης του α’ σταδίου του τοκετού. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της από το νοσηλευτικό προσωπικό έκανε εμετό και ένιωσε γαστρικό άλγος γεγονός το οποίο αναφέρθηκε και στον πρώτο εναγόμενο. Ο τελευταίος, που δε βρισκόταν αρχικά στις εγκαταστάσεις της δεύτερης εναγόμενης , μετέβη άμεσα και δήλωσε στην ενάγουσα ότι θα πρέπει να προχωρήσουν σε διαδικασία τοκετού ρωτώντας επανειλημμένα την ενάγουσα αν επιθυμούσε να προχωρήσουν σε φυσιολογικό τοκετό. Η ενάγουσα επανέλαβε την ήδη δηλωθείσα επιθυμία της να μη γίνει φυσιολογικός τοκετός , αλλά να διενεργήσει ο πρώτος εναγόμενος καισαρική τομή καθώς ένιωθε κουρασμένη, επιλογή την οποία αποδέχθηκε ο πρώτος εναγόμενος. Τα παραπάνω ομολογούνται από τους διαδίκους στα δικόγραφα τόσο της αγωγής , όσο και των προτάσεων που κατέθεσαν. Στη συνέχεια ο πρώτος εναγόμενος διενήργησε καισαρική τομή με τη βοήθεια του ιατρού μαιευτήρα γυναικολόγου …, η οποία ξεκίνησε την 14.20 με επισκληρίδιο αναισθησία και ολοκληρώθηκε την 14.50 και με τον τρόπο αυτό γεννήθηκε το άρρεν τέκνο της ενάγουσας , το οποίο ήταν υγιές και είχε βάρος 3.210 γραμμάρια. Μετά το πέρας της καισαρικής τομής, η ενάγουσα εμφάνισε αυξημένη ροή αίματος από τη μήτρα λόγω μη σύσπασης της τελευταίας. Ο πρώτος εναγόμενος θεράπων ιατρός προσπάθησε να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή χορηγώντας ενδοπρωκτικά 4 χάπια Cycotec και 20 μονάδες οξυτοκίνης, που είναι μητροσυσπαστική ουσία. Πλην όμως η αιμορραγία δε σταμάτησε και ακολούθως έδωσε εντολή για διασταύρωση και χορήγηση 4 μονάδων αίματος ταυτόχρονα δε έγιναν χειρομαλάξεις της μήτρας, τοποθέτηση παγοκύστεων στην κοιλιακή χώρα πάνω από τη μήτρα, χορήγηση ενέσιμου μητροσυσπαστικού και χορήγηση κρυσταλλικών διαλυμάτων με 40 μονάδες οξυτοκίνης (βλ. ιατρική έκθεση των …., Ομότιμου καθηγητή Μαιευτικής Γυναικολογίας ΑΠΘ, …, καθηγητή Μαιευτικής Γυναικολογίας ΑΠΘ και …., καθηγητή Μαιευτικής Γυναικολογίας ΑΠΘ στη Β’ Μαιευτική Γυναικολογική Κλινική Ιπποκράτειου Νοσοκομείου , προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο μετ’ επικλήσεως). Όμως ούτε αυτή η αντιμετώπιση απέδωσε και η αιμορραγία συνεχίστηκε. Στη συνέχεια ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε μαιευτική απόξεση από την οποία δεν προέκυψαν υπολείμματα πλακούντα και υμένων, όμως ούτε μετά από αυτή την ενέργεια περιορίστηκε η αιμορραγία. Καθόλο το διάστημα αυτό υπήρχε σταδιακή πτώση των τιμών των αιμοπεταλίων από 150.000 που ήταν πριν την καισαρική τομή σε 110.000 και στη συνέχεια σε 90.000, ενώ οι φυσιολογικές τιμές κυμαίνονται μεταξύ 150.000-400.000. Στη συνέχεια έγινε προσπάθεια τοποθέτησης καθετήρα στη μηριαία φλέβα, που όμως απέτυχε και ακολούθως τοποθετήθηκε στην κεντρική φλεβική γραμμή λόγω διάγνωσης για Διάχυτη Ενδαγγειακή Πήξη (ΔΕΠ). Ακολούθησε άνοδος των σφύξεων της ενάγουσα στις 145/λεπτό οπότε και ο πρώτος εναγόμενος αποφάσισε ότι θα πρέπει προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αιμορραγία να προχωρήσει σε υφολική υστερεκτομή την οποία και εκτέλεσε σε συνεργασία με τον μαιευτήρα γυναικολόγο ….και ακολούθως η ενάγουσα μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας των εγκαταστάσεων της δεύτερης εναγόμενης. Τοποθετήθηκε παροχέτευση στο δουγλάσειο χώρο και καθόλη τη διάρκεια της νύχτας μεταξύ 14.08 και 15.08 συνελέγησαν 150 κ.εκ. οροαιματηρού υγρού. Όμως στις 08.00 παροχευτεύθηκε ποσότητα 750 κ.εκ., γεγονός που καταδείκνυε την ύπαρξη αιμορραγίας. Ενόψει αυτής της τιμής, ο πρώτος εναγόμενος έδωσε εντολή για διενέργεια υπερηχογραφικού ελέγχου άνω και κάτω κοιλίας. Με αυτόν διαπιστώθηκε : υπεζωκοτική συλλογή δεξιά και υγρό παρακολικά δεξιά και στο δουγλάσσειο. Στην ελάσσονα πύελο παρατηρήθηκε μόρφωμα με ετερογενή ηχοδομή, με πιθανολόγηση για αιμάτωμα (βλ. από …γνωμάτευση ακτινολόγου …). Στη συνέχεια ακολούθησε αξονική τομογραφία στην οποία διαπιστώθηκε «μεγάλη υπεζωκοτική συλλογή δεξιά με υποκείμενη ατελεκτασία κάτω λοβού του δεξιού πνεύμονα, μικρή αιμορραγική συλλογή στον κορυφαίο υπεζωκοτικό χώρο δεξιά, κάτωθεν του αριστερού κύριου βρόγχου, μικρότερη υπεζωκοτική συλλογή αριστερά, ασκιτική συλλογή σε όλες τις ανακάμψεις του περιτόναιου, αιμορραγικά στοιχεία μεταξύ των εντερικών ελίκων και συλλογές με υγροϋγρικά επίπεδα, παρακολικά δεξιά, διόγκωση λόγω παρουσίας αιματώματος του ορθού κοιλιακού μυός αριστερά σε μεγάλο μήκος αυτού και μεγάλο ετερογενές μόρφωμα διαμέτρου 10 εκατοστών με πρόσφατα και παλαιά αιμορραγικά στοιχεία (βλ. από 15.08.2014 των ακτινολόγων.. και …). Ταυτόχρονα από την παροχέτευση του δουγλάσσειου συνέχιζε να βγαίνει οροαιματηρό υγρό, και έως το μεσημέρι της 15.08.2014 είχαν συλλεγεί άλλα 700 κ.εκ. Ακολούθως ο πρώτος εναγόμενος μετά από σύσκεψη με τον συνάδελφό του….και τον θωρακοχειρουργό …, αποφάσισε να αντιμετωπίσει την ύπαρξη των ως άνω συλλογών αφενός στο θώρακα με θωρακοσκόπηση και τοποθέτηση παροχετευτικού σωλήνα Bullau και αφετέρου για τις λοιπές συλλογές με ερευνητική λαπαροτομία την οποία διενήργησε με τη βοήθεια των ιατρών… και…, επίσης μαιευτήρα γυναικολόγου. Τοποθετήθηκε παροχέτευση στη θήκη του ορθού κοιλιακού μυ, όπου είχε διαπιστωθεί με την αξονική τομογραφία ύπαρξη μεγάλου αιματώματος (βλ. και από 15.08.2014 πρακτικό εγχείρισης που υπογράφει ο πρώτος εναγόμενος). Μετά την ερευνητική λαπαροτομία, η παροχέτευση από το δουγλάσιο έδωσε 550 κ.εκ. οροαιματηρού υγρού και η παροχέτευση από τον ορθό κοιλικό μυ έδωσε 50 κ.εκ. την πρώτη ημέρα, ενώ τις επόμενες δύο δεν παροχετεύθηκε καθόλου υγρό από τον κοιλιακό μυ. Με δεύτερη αξονική τομογραφία που έγινε την 18.08 επιβεβαιώθηκε η σημαντική υποχώρηση της διόγκωσης και του αιματώματος του ορθού κοιλιακού μυ αριστερά, η ελάττωση των αιμορραγικών στοιχείων και των παρακολικών συλλογών στην ελάσσονα πύελο και η ελάττωση του οργανωμένου αιματώματος στην κοίτη της εξαιρεθείσας μήτρας (βλ. από 18.08 γνωμάτευση των ακτινολόγων .. και ..). Ταυτόχρονα από αιμοκαλλιέργεια προέκυψε προσβολή της ενάγουσας από το μικρόβιο σταφυλόκοκκος και της χορηγήθηκε αντιβιοτική αγωγή Avelox μετά από αντιβιόγραμμα. Στη συνέχεια η ενάγουσα βγήκε από τη Μ.Ε.Θ. και σταδιακά παρατηρήθηκε ανάκαμψη της τιμής των αιμοπεταλίων που προσδιορίζουν μεταξύ άλλων την κατάσταση του πηκτικού μηχανισμού τα οποία στις 20.08 ανήλθαν στα 75.000, την 21.08 στις 110.000 στις 23.08 και έκτοτε κυμάνθηκαν σε φυσιολογικές τιμές των 235.000, 182.000,284.000, 402.000 και από τις 26.08 και μετά ανήλθαν σε υψηλότερες τιμές των 556.000 και την 27.08 που έγινε η τελευταία βιοχημική εξέταση στα 653.000. Την ίδια ημέρα η τιμή του ινοδωγόνου ανήλθε στα 653 με τα φυσιολογικά όρια να κυμαίνονται μεταξύ 200-400. Την επομένη, η ενάγουσα παρουσίασε μεγάλο οίδημα στο δεξιό πόδι και ο εναγόμενος έδωσε εντολή για έγχρωμο triplex κάτω άκρων στο οποίο δεν διαπιστώθηκε θρόμβος , αλλά λεμφοίδημα δεξιού κάτω άκρου και αριστερής γαστρογνημίας (βλ. από 28.08.2014 γνωμάτευση του ακτινολόγου…). Τέλος, την 29.08.2014 ο πρώτος εναγόμενος έδωσε εξιτήριο στην ενάγουσα στο οποίο ως διάγνωση αναφέρεται ότι η ενάγουσα γέννησε με καισαρική τομή άρρεν νεογνό και στις παρατηρήσεςι του εξιτηρίου καταγράφονται τα εξής: «Λόγω HELLP υποβλήθηκε σε υφολική υστερεκτομή» ενώ στη συνέχεια καταγράφεται η φαρμακευτική αγωγή που συνεστήθη και συγκεκριμένα τα αντιβιοτικά Avelox και Flagyl, το αντιυπερτασικό Lopresor και το γοστροπροστατευτικό ac (βλ. από 29.09.2014 εξιτήριο του… που υπογράφει ο πρώτος εναγόμενος). Όμως τέσσερις (4) ημέρες μετά την έξοδό της από την κλινική της δεύτερης εναγόμενης εισήχθη στην Δ’ Παθολογική κλινική του Ιπποκράτειου Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης με διάγνωση αντιδραστική θρομβοκυττάρωση. Σύμφωνα με το πληροφοριακό σημείωμα της ως άνω κλινικής, η θρομβοκυττάρωση έλαβε χώρα μετά την εκδήλωση συνδρόμου HELLP κατά την κύηση και την πολυήμερη νοσηλεία της ενάγσουας σε ιδιωτική κλινική. Η ασθενής εκτιμήθηκε από την αιματολόγο της κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου κ. … η οποία απέδωσε τη θρομβοκυττάρωση στην όλη μετεγχειρητική πορεία της ενάγουσας και στις πολλαπλές μεταγγίσεις ως αντιδραστική. Της χορηγήθηκε ηπαρίνη μικρού μοριακού βάρους και συνεστήθη η συνέχισή της για 30 ημέρες, η κινητοποίηση και η επανεκτίμη ση από αιματολόγο σε τακτική βάση. Στις 04.09.2014 έλαβε εξιτήριο, ούσα απύρετη και αιμοδυναμικά σταθερή με κλινεργαστηριακή βελτίωση (βλ. πληροφορικό σημείωμα Δ’ Παθολογικής κλινικής …που υπογράφει ο Διευθυντής της, καθηγητής κ….). Η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της ισχυρίζεται ότι ο πρώτος εναγόμενος κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, που όφειλε να εφαρμόσει ως μέσος συνετός ιατρός α) κατά τη διενέργεια της καισαρικής τομής προκάλεσε κάκωση του ορθού κοιλιακού μυ, την οποία δεν αντελήφθη και η οποία επέφερε, μετά το πέρας της επέμβασης την ακατάσχετη αιμορραγία, β) διέγνωσε εσφαλμένα ως αιτία της αιμορραγίας την ατονία της μήτρας, γ) επί έξι (6) ώρες επιβάρυνε την ενάγουσα με δεκάδες φιάλες αίμα, πλάσμα και κρυοϊζήματα επειδή αδυνατούσε να διαγνώσει την αιτία της αιμορραγίας, δ) λόγω της εσφαλμένης διάγνωσης για ατονία της μήτρας, προχώρησε σε υφολική υστερεκτομή που συνιστά μη αναγκαίο ακρωτηριασμό και ακολούθως δεν απέστειλε την αφαιρεθείσα μήτρα για ιστολογική εξέταση και επιβεβαίωση της διάγνωσης , ε) υπέβαλε την ενάγουσα σε μη αναγκαίες επεμβάσεις όπως την ερευνητική λαπαροτομία και την θωρακοτομή, στ) από τις συνεχείς μεταγγίσεις η ενάγουσα υπέστη δευτεροπαθή θρομβοκυττάρωση με αύξηση αιμοπεταλίων σε συνδυασμό με λεμφοίδημα κάτω άκρων που δεν αξιολόγησε και τέλος ζ) χορήγησε στην ενάγουσα εξιτήριο, χωρίς να συνταγογραφήσει αντιπηκτική αγωγή παρά την θρομβοκυττάρωση θέτοντας σε κίνδυνο της ζωή της. Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι αιτία της αιμορραγίας δε θα μπορούσε να είναι τραυματισμός του ορθού κοιλιακού μυ κατά τη διενέργεια καισαρικής τομής. Μάλιστα, ο ίδιος ο ενόρκως βεβαιώσας της ενάγουσας , ιατρός… σημειώνει ότι ο τραυματισμός του ορθού κοιλιακού μυ, έγινε κατά την εκτίμησή του κατά τη διενέργεια της υφολικής υστερεκτομής και όχι της καισαρικής τομής. Όμως, ακόμα και αυτή η εκτίμηση δεν αποδεικνύεται ως βάσιμη αιτία της αιμορραγίας, καθώς έτσι παραμένει ανεξήγητη η αιτία της αιμορραγίας που ακολούθησε την ίδια την καισαρική τομή και οδήγησε στην απόφαση για υφολική υστερεκτομή. Το ότι η πηγή της αιμορραγίας δεν ήταν ο τραυματισμός του ορθού κοιλιακού μυ, υποστηρίζεται και από τα ευρήματα της παροχέτευσης που τοποθετήθηκε σε αυτόν με την ερευνητική λαπαροτομία και η οποία απέδωσε πολύ μικρές ποσότητες οροαιματηρού υγρού, της τάξης των 50 κ.εκ. για μία ημέρα και μηδενικές στη συνέχεια, τη στιγμή που η παροχέτευση που τοποθετήθηκε στο δουγλάσιο συνέχισε να δίνει για αρκετές ημέρες ποσότητες της τάξης των 700 κ.εκ και άνω ημερησίως. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα με την προσθήκη επί των προτάσεων της, προσπάθησε όψιμα να εντάξει στην πιθανότητα τραυματισμού του κοιλιακού μυ και την επέμβαση της υφολικής υστερκτομής , γεγονός που αποτελεί σαφή αντίφαση με την αιτιακή διαδρομή που περιγράφει στην αγωγή της. Ως προς τη διάγνωση της ατονίας της μήτρας, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ουδέποτε διενεργήθηκε ιστοπαθολογική εξέταση της μήτρας που αφαιρέθηκε με την υφολική υστερεκτομή, δεν είναι βάσιμος, καθώς από τους εναγόμενους προσκομίσθηκε μετ’ επικλήσεως η από 20.08.2014 έκθεση ιστολογικής εξέτασης, που υπογράφουν ο…, αναπλ. Καθηγητής παθολογικής ανατομικής και ο …, παθολογοανατόμος. Η ενάγουσα με την προσθήκη της αμφισβήτησε το πόρισμα της ως άνω έκθεσης, εκτιμώντας ότι έγινε εξέταση μόνο σε ένα τμήμα της μήτρας, ενώ θα έπρεπε να εξετασθεί ολόκληρη. Πλην όμως από τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι γνωστό ότι οι ιστολογικοί έλεγχοι γίνονται επί τμήματος του εξεταζόμενου οργάνου, ενώ ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκομίσθηκε από την ενάγουσα προς επίρρωση του ισχυρισμού της, ότι το δείγμα δεν θα ήταν επαρκές. Περαιτέρω, η ιστολογική έκθεση που έγινε σε τμήμα της μήτρας της ενάγουσας διαστάσεων 13,5 Χ 13,5 Χ 7,5 εκατοστών, κατέδειξε ότι: «Στις διατομές το ενδομήτριο εμφανίζει εκτεταμένα ρακώδη σύσταση με λευκόφαιη ή ερυθρωπή χροιά. Σε πολλές τομές που εξετάστηκαν παρατηρούνται οι αναμενόμενες αλλοιώσεις που παρατηρούνται σε μήτρα μετά από τοκετό. Ωστόσο εκτεταμένα παρατηρούνται τόσο στο ενδομήτριο όσο και στο επιπολής μυομήτριο πολυάριθμα διατεταμένα , «χαίνοντα» αγγεία. Υπολειμματικά στοιχεία κυήσεως ή πλακούντα δεν παρατηρούνται . Εστιακά στο τοίχωμα παρατηρούνται αιμορραγικές διαποτίσεις. Συμπέρασμα: Αλλοιώσεις όπως παρατηρούνται σε ατονία μήτρας. Δεν παρατηρείται κακοήθης νεοπλασματική εξεργασία». Από την παραπάνω ιστολογική έκθεση επιβεβαιώνεται η διάγνωση του πρώτου εναγόμενου περί ατονίας της μήτρας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου αγωγικού ισχυρισμού ως ουσιαστικά αβάσιμου. Σημειώνεται ότι σε αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να οδηγήσει ούτε η επισήμανση της ενάγουσας ότι ο πρώτος εναγόμενος μετά την ενδοπρωκτική χορήγηση των χαπιών Cycotex για την καταρχήν αντιμετώπιση της εμφανισθείσα αιμορραγίας μετά την καισαρική τομή, ανέγραψε στο πρακτικό της εγχείρησης «Ικανοποιητική ανταπόκριση», καθώς εξ αυτής της καταγραφής και μόνο δεν μπορεί να διαπιστωθεί κανονική σύσπαση της μήτρας, αλλά μόνο η αποτύπωση της συνολικής εκτίμησης του πρώτου εναγόμενου για την κατάσταση της ενάγουσας κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Όμως ο εργαστηριακός έλεγχος που προεκτέθηκε και κατέγραψε την αιμορραγία των αγγείων στη μήτρα, αποτελεί ασφαλές αντικειμενικό εύρημα για την επιβεβαίωση της διάγνωσης περί ατονίας της μήτρας, ως αιτίας της αιμορραγίας που ακολούθησε την καισαρική τομή. Ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της αιμορραγίας αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος αντιμετώπισε αρχικά την αιμορραγία της μήτρας με χειρομαλάξεις της μήτρα , τοποθέτηση παγοκύστεων στην κοιλιακή χώρα πάνω από τη μήτρα, χορήγηση ενέσιμου μητροσυσπαστκού και χορήγηση κρυσταλλικών διαλυμάτων με 40 μονάδες οξυτοκίνης. Ταυτόχρονα ελάμβαναν χώρα μεταγγίσεις αίματος και κρυοϊζημάτων. Στη συνέχεια, ενόψει του ότι η αιμορραγία δε σταματούσε προχώρησε σε μαιευτική απόξεση και όταν η ενάγουσα παρουσίασε ταχυσφυγμία με 145 σφυγμούς/λεπτό, αποφάσισε την διενέργεια της υφολικής υστερεκτομής. Από την ένορκη βεβαίωση του χειρουργού … που προσκόμισε η ενάγουσα, προκύπτει ότι υπήρχε επιπλέον η δυνατότητα τοποθέτησης μπαλονιού επιπωματισμού (μπαλόνι Bakri), η δυνατότητα αντιμετώπισης με αιμοστατικές ραφές ή με απολίνωση της έσω λαγονίου και τέλος με αγγειακό εμβολισμό. Αντίθετα, από την τεχνική έκθεση των καθηγητών Μαιευτικής Γυναικολογίας ..,…και… επισημαίνεται ότι οι εναλλακτικές προσεγγίσεις αντιμετώπισης της αιμορραγίας τύπου τοποθέτησης μπαλονικού επιπωματισμού Bakri, χρήση αιμοστατικών ραφών στη μήτρα τύπου B-Lynch ή απολίνωσης των έσω λαγονίων αγγείων, δεν θα ενδείκνυντο στη συγκεκριμένη περίπτωση, που υφίστατο διαταραχή πηκτικότητας, ενώ ειδικά για τις ραφές και την απολίνωση έσω λαγονίων αυτά ενδείκνυνται σε περίπτωση απλής ατονίας της μήτρας και όχι σε περιπτώσεις διαταραχών πηκτικότητας και ιδίως με συνδρομή HELLP και πολυοργανική συμμετοχή. Ως εκ τούτου, ως προς το ζήτημα αυτό προκύπτει αποδεικτική δυσχέρεια για το παρόν Δικαστήριο, καθώς ενόψει της διχογνωμίας μεταξύ των επιστημόνων που εκθέτουν τη θέση τους στα πλαίσια της παρούσας δίκης, μετά από αίτημα των διαδίκων, κρίνεται αναγκαία η συνδρομή πραγματογνώμονα που θα ορίσει το παρόν Δικαστήριο. Η παραπάνω αποδεικτική δυσχέρεια συνέχεται ουσιωδώς και με τη διάσταση μεταξύ των διαδίκων ως προς την ύπαρξη ή όχι συνδρόμου HELLP στην περίπτωση της ενάγουσας, η διάγνωση του οποίου υπήρξε η αιτία των επιλογών του πρώτου εναγόμενου ως προς την αντιμετώπιση της αιμορραγίας και την τελική επιλογή της υφολικής υστερεκτομής. Ως προς αυτή από την ένορκη βεβαίωση του …προκύπτει η θέση ότι δεν υπήρχε το σύνδρομο αυτό, καθώς αυτό αποτελεί βαριά μορφή προεκλαμψίας και συνέχεται με αιμόλυση, αύξηση ηπατικών ενζύμων και χολερυθρίνης και χαμηλά αιμοπετάλια προ της καισαρικής τομής, καθώς επίσης και υψηλή αρτηριακή πίεση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή την έναρξη του τοκετού, ευρήματα που δεν αποδείχθηκαν κατά την άποψή του. Αντίθετα, από την τεχνική έκθεση που προσκόμισε ο εναγόμενος προκύπτει ότι ήδη πριν την καισαρική τομή, οι τιμές των αιματολογικών εξετάσεων ενδείκνυαν αρχόμενη διαταραχή πηκτικού μηχανισμού, η τιμή της κρεατινίνης ήταν ιδιαίτερα υψηλή, ενδεικτικό σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας που συνέχεται με βαριά προεκλαμψία, Επιπλέον εκθέτουν ότι μετά την καισαρική τομή εμφανίσθηκε, το εύρημα της αιμόλυσης λόγω της υψηλής τιμής της χολερυθρίvης (5,12mm/dl) και της αύξησης των ηπατικών ενζύμων σε τιμές συμβατές με σύνδρομο HELLP , ήτοι μεγαλύτερες από τις διπλάσιες των φυσιολογικών. Ως προς τις τιμές των αιμοπεταλίων η ως άνω έκθεση επικεντρώνεται στις τιμές τους μετά την καισαρική επέμβαση, που ήταν χαμηλότερες από τις φυσιολογικές, αλλά δεν απαντά στη θέση του χειρουργού … ότι δεν υπήρχαν μη φυσιολογικές τιμές αιμοπεταλίων πριν την καισαρική. Επισημαίνεται ότι πριν την καισαρική τα αιμοπετάλια ανέρχονταν σε 150.000 τιμή που είναι το χαμηλότερο όριο της φυσιολογικής διακύμανσης (150.000-450.000). Όμως από τα προσκομιζόμενα ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτει αποδεικτική ασάφεια ως προς τα χαρακτηριστικά του συνδρόμου HELLP και το αν η αξιολόγηση των ευρημάτων είναι συμβατή με αυτό το σύνδρομο, ήτοι δυσχέρεια που σχετίζεται με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, τους οποίους δε γνωρίζει το Δικαστήριο και για το λόγο αυτό θα πρέπει να διεξαχθεί και ως προς αυτό το θέμα ιατρική πραγματογνωμοσύνη, που θα διατάξει το παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι υποβλήθηκε χωρίς να είναι αναγκαίο σε άλλες δύο επεμβάσεις, αυτή της θωρακοτομής και της ερευνητική λαπαροτομίας , αποδεικνύεται ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς ενόψει της διάγνωσης μέσω του υπερηχογραφικού ελέγχου και την αξονικής τομογραφίας, των υπαρχουσών συλλογών αίματος και υγρών στο θώρακα και στον ορθό κοιλιακό μυ, η τοποθέτηση παροχετεύσεων αποτελούσε την ενδεικνυόμενη αντιμετώπιση, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ειδικά, ούτε από την ενάγουσα, παρά τη γενική αντίρρησή της για τη διενέργεια των επεμβάσεων τις οποίες εσφαλμένα συσχετίζει αιτιακά με τραυματισμό του ορθού κοιλιακού μυ, που δεν αποδείχθηκε. Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος της χορήγησε εξιτήριο χωρίς να της συνταγογραφήσει αντιπηκτική αγωγή, ενώ είχε παρουσιάσει δευτεροπαθή θρομβοκυττάρωση, αποδείχθηκε ότι κατά την τελευταία εξέταση της ενάγουσας πριν τη λήψη εξιτηρίου η τιμή των αιμοπεταλίων της είχε ανέλθει στις 653.000. Επίσης από το πληροφοριακό σημείωμα του … αποδεικνύεται ότι κατά την εισαγωγή της ενάγουσας τα αιμοπετάλια είχαν φτάσει την τιμή των 1.072.000 και κατά τη χορήγηση εξιτηρίου τις 738.000 . Ταυτόχρονα, αποδείχθηκε από την εξέταση της αιματολόγου του … ότι η θρομβοκυττάρωση της ενάγουσας αποτέλεσε αντίδραση στις πολλαπλές μεταγγίσεις που υπέστη κατά τη νοσηλεία της στην κλινική της εναγόμενης και χορηγήθηκε στην ενάγουσα ηπαρίνη μικρού μοριακού βάρους, που αποτελεί ουσία που εμποδίζει τις θρομβώσεις. Ο εναγόμενος με την προσθήκη επί των προτάσεων ισχυρίζεται ότι η χορήγηση ηπαρίνης από τους θεράποντες του …, ήταν προληπτική και ότι στη συνέχεια οι εξετάσεις που έκανε η ενάγουσα σε ιδιωτικό μικροβιολογικό παρόλο που έδωσαν τιμές αιμοπεταλίων αρκετά ψηλότερα από το όριο (525.000 την 11.09.2014 και 461.000 την 16.09.2014) είναι ενδεικτικό της σταδιακής σταθεροποίησης του πηκτικού μηχανισμού μετά τις πολλές μεταγγίσεις, χωρίς να υφίσταται κάποιος κίνδυνος για την ενάγουσα. Όμως εν προκειμένω, η ομολογία του εναγομένου με τις προτάσεις του, ότι χορηγήθηκε ηπαρίνη για προληπτικούς λόγους, αναδεικνύει το ενδεχόμενο η μη συνταγογράφησή της, κατά τη χορήγηση από τον εναγομενο εξιτηρίου από την κλινική της εναγόμενης, να εξέθεσε την εναγόμενη σε κίνδυνο θρόμβωσης. Ως εκ τούτου υφίσταται και ως προς το ζήτημα αυτό αποδεικτική δυσχέρεια και θα πρέπει να διενεργηθεί και ως προς αυτό πραγματογνωμοσύνη από ειδικό ιατρό, που θα ορίσει το Δικαστήριο τούτο. Με βάση όλα τα όσα άνωθι αποδείχθηκαν, προκύπτουν μία σειρά από ερωτήματα, για την απάντηση των οποίων είναι αναγκαίες ειδικές γνώσεις της ιατρικής επιστήμης και για το λόγο αυτό θα πρέπει να ορισθούν με απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ειδικοί ιατροί πραγματογνώμονες και ειδικότερα ένας μαιευτήρα γυναικολόγος- χειρουργός και ένας ειδικός αιματολόγος, που από το σύνολο των ιατρικώς αξιολογήσιμων ευρημάτων που εισφέρθηκαν στην παρούσα δίκη από τους διαδίκους και με βάσει τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης θα γνωμοδοτήσουν ως εξής: Ο μαιευτήρας­ γυναικολόγος – χειρουργός πραγματογνώμονας ως προς: Α) Αν η ενάγουσα υπέστη πριν, κατά ή και μετά τον τοκετό της με διενέργεια καισαρικής τομής την 14.08.2014, σύνδρομο HELLP και Διάχυτη Ενδαγγειακή Πήξη, που εκδηλώθηκαν από την εισαγωγή της ενάγουσας στην κλινική της εναγόμενης την 14.08.2014 έως τη χορήγηση εξιτηρίου στην ενάγουσα την 29.08.2014, Β) Με βάση τα όσα θα προκύψουν από την απάντηση στο υπό στοιχείο Α ερώτημα, αν η επιλογή του εναγομένου για αντιμετώπιση της αιμορραγίας της ενάγουσας με τον τρόπο που άνωθι στο ιστορικό της παρούσας εκτίθεται ήταν η ενδεδειγμένη για την πρόληψη κινδύνου για τη ζωή της ενάγουσας και ακολούθως η ηπιότερη αποτελεσματική ως προς τις συνέπειες για την υγεία της και ο ειδικός αιματολόγος Γ) Αν εκτιμώντας όλα τα ευρήματα, η μη συνταγογράφηση από τον εναγόμενο ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους κατά τη χορήγηση εξιτηρίου την 29.08.2014, εξέθεσε, την ενάγουσα σε κίνδυνο θρόμβωσης ενόψει της ύπαρξης ευρημάτων αντιδραστικής θρομβοκυττάρωσης. Μετά ταύτα κρίνεται αναγκαίο, προκειμένου το Δικαστήριο να αχθεί σε ασφαλή κρίση περί των ζητημάτων που άνωθι εκτέθηκαν, να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης και να διαταχθεί επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη ( άρθρα 254 παρ. 1 και 368 ΚΠολΔ) από πραγματογνώμονες ειδικούς ιατρούς, οι οποίοι θα αποφανθούν για τα ζητήματα που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό. Η πραγματογνωμοσύνη θα διεξαχθεί από έκαστο από τους οριζόμενους στο διατακτικό πραγματογνώμονες, οι οποίοι περιέχονται στον πίνακα πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εντός προθεσμίας εξήντα ημερών από την επομένη της ορκίσεώς τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται ενόψει του ότι η απόφαση με την οποία αναβάλλεται η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης αυτής είναι μη οριστική.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ με την παρουσία των διαδίκων τη με αριθμό κατάθεσης ……κύρια αγωγή και τη με αριθμό κατάθεσης ….ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – παρεμπίπτουσα αγωγή.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση οριστικής απόφασης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, προκειμένου με τη φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη.

ΔΙΟΡΙΖΕΙ πραγματογνώμονες

α) ….., που περιλαμβάνεται στον οικείο κατάλογο που τηρείται στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (άρθρο 372 ΚΠολΔ), ο οποίος, αφού δώσει τον όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την επίδοση προς αυτόν της παρούσας απόφασης και αφού λάβει γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που είναι χρήσιμα για την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης ζητήσει κάθε τυχόν απαιτούμενη διευκρίνιση από τους διαδίκους ή πληροφορίες από τρίτους, θα γνωμοδοτήσει ως προς: Α) Αν η ενάγουσα υπέστη πριν, κατά ή και μετά τον τοκετό της με διενέργεια καισαρικής τομής την 14.08.2014, σύνδρομο HELLP και Διάχυτη Ενδαγγειακή Πήξη, που εκδηλώθηκαν από την εισαγωγή της ενάγουσας στην κλινική της εναγόμενης την 14.08.2014 έως τη χορήγηση εξιτηρίου στην ενάγουσα την 29.08.2014 και Β) Με βάση τα όσα θα προκύψουν από την απάντηση στο υπό στοιχείο Α ερώτημα, αν η επιλογή του εναγομένου για αντιμετώπιση της αιμορραγίας της ενάγουσας με τον τρόπο που άνωθι στο ιστορικό της παρούσας εκτίθεται, ήταν η ενδεδειγμένη για την πρόληψη κινδύνου για τη ζωή της ενάγουσας και ακολούθως η ηπιότερη αποτελεσματική ως προς τις συνέπειες για την υγεία της.Την αιτιολογημένη έγγραφη πραγματογνωμοσύνη του, θα καταθέσει μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από την επομένη της ορκίσεώς του στον αρμόδιο Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, όπου θα συνταχθεί και η σχετική έκθεση κατάθεσης και

β) τον …. που περιλαμβάνεται στον οικείο κατάλογο που τηρείται στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (άρθρο 372 ΚΠολΔ), ο οποίος, αφού δώσει τον όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την επίδοση προς αυτόν της παρούσας απόφασης και αφού λάβει γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που είναι χρήσιμα για την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, ζητήσει κάθε τυχόν απαιτούμενη διευκρίνιση από τους διαδίκους ή πληροφορίες από τρίτους, θα γνωμοδοτήσει ως προς το αν η μη συνταγογράφηση από τον εναγόμενο ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους κατά τη χορήγηση εξιτηρίου την 29.08.2014, εξέθεσε, την ενάγουσα σε κίνδυνο θρόμβωσης ενόψει της ύπαρξης ευρημάτων αντιδραστικής θρομβοκυττάρωσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε την 18/05/2020

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, την 01/06/2020

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

DIALYNAS LAW

ΑΘΗΝΑ

  Πλατεία Φιλικής Εταιρείας 18 Κολωνάκι 2ος οροφος, TK 10674

  2103615014

  210 3638950

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

  26ης Οκτωβρίου 10, Κινέζικη Αγορά, 54627

  2310526845

2310526415

  2310532573

ΧΑΝΙΑ

  Ανδρέα Παπανδρέου 96 1ος όροφος TK 73100

  2821057211

  2821054382

Αποζημίωση-μαμούθ για ιατρικό λάθος

Αποζημίωση-μαμούθ για ιατρικό λάθος

Αποζημίωση-μαμούθ επιδίκασε πρόσφατα το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας σε έναν ανήλικο που, λόγω ιατρικού λάθους κατά τον τοκετό, υπέστη «υποξική-ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια» με αποτέλεσμα να προκληθεί σπαστική τετραπληγία.

Η δικαστική μάχη που έδιναν οι γονείς του παιδιού τα τελευταία 15 χρόνια τελικά δικαιώθηκε, καθώς οι υπαίτιοι αναγκάστηκαν να καταβάλουν στην οικογένεια ποσό ύψους 2.064.125 ευρώ – τη μεγαλύτερη αποζημίωση που έχει δοθεί για ιατρικό λάθος τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια.

Φυσικά τα χρήματα δεν είναι σε θέση να απαλύνουν τον πόνο των γονέων, ωστόσο αποτελούν μία πρώτη δικαίωση για τον Γολγοθά που ανεβαίνει -και θα εξακολουθήσει να ανεβαίνει- το παιδί τους.

Και αυτό γιατί ο 15χρονος Μ., από τα λάθη και τις παραλείψεις που σημειώθηκαν κατά τον τοκετό, εμφανίζει αναπηρία της τάξεως του 85%. Ειδικότερα δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο όνομά του, δεν έχει εκφραστικό λόγο, παρουσιάζει αδυναμία χρήσης των άνω άκρων και αυτόνομης καθιστής θέσης, εμφανίζει διαταραχή της όρασης και της ακοής, έχει δυσχέρεια στη σίτιση, επιληψία και, όπως είναι λογικό, βρίσκεται σε απόλυτη εξάρτηση από τους γονείς του. Η δε κατάσταση της υγείας του, σύμφωνα με τους γιατρούς, δεν είναι αναστρέψιμη.

Ο δικαστικός αγώνας των γονιών του ξεκίνησε το 2008 όταν και κατέθεσαν αγωγή εις βάρος των υπαιτίων. Τελικά τον Μάρτιο του 2020 ο αγώνας τους δικαιώθηκε, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας επιδίκασε αποζημίωση ύψους 1.069.300, η οποία μαζί με τους τόκους ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.064.125 ευρώ.

«Νιώθουμε ηθική δικαίωση»

Ο πατέρας του παιδιού (τα στοιχεία του είναι στη διάθεση της ηλεκτρονικής μας εφημερίδας), μιλώντας στο zougla.gr, ανέφερε πως νιώθει μία ηθική δικαίωση για τον πολυετή αγώνα που έδωσε μαζί με τη γυναίκα του.

«Είμαστε ευχαριστημένοι από την απόφαση. Στο παρελθόν είχαμε τεράστιες δυσκολίες και πιστεύαμε ότι θα είναι πολύ δύσκολα να καταφέρουμε να φθάσουμε σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα. Τελικά τα καταφέραμε, αν και υπήρχαν πολλοί γιατροί που παραιτούνταν και δεν ήθελαν να γνωμοδοτήσουν. Τώρα νιώθουμε εν μέρει δικαιωμένοι που οι δικαστές είδαν την υπόθεση και κατάλαβαν ότι υπήρξε αμέλεια».

Ο δικηγόρος της οικογένειας Νίκος Διαλυνάς, σχολιάζοντας την απόφαση του δικαστηρίου, τη χαρακτήρισε σπουδαία και αυτό, όπως είπε, έγκειται όχι μόνο στο γεγονός ότι επιδικάστηκε η μεγαλύτερη αποζημίωση των τελευταίων 20 χρόνων για τετραπληγικό παιδί, αλλά και στο γεγονός ότι οι δικαστές δεν επηρεάστηκαν από τους ισχυρισμούς περί «οικονομικής κρίσης» και αναγνώρισαν ότι ένα παιδί που έχει περιέλθει σε αυτή την τραγική κατάσταση δικαιούται σημαντικής αποζημιώσεως για να συνεχίσει -όσο το δυνατόν καλύτερα- την υπόλοιπη ζωή του.

Ακολουθεί το διατακτικό της αποφάσεως:

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 331/2008 αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, στους ενάγοντες, υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου υιού τους Μ. Σ., το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως προηγούμενη διάταξή της για το ποσό των εξήντα χιλιάδων 60.000.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας τους, στους ενάγοντες, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους, το ποσό των οχτακοσίων δεκαεννέα χιλιάδων τριακοσίων (819.300) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση όσον αφορά το ποσό των 775.200 ευρώ και από την επόμενη λήξης εκάστου μηνός όσον αφορά το ποσό των 44.100 ευρώ, διαιρούμενο σε 900 ευρώ/μηνιαίως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριάντα ενός χιλιάδων οχτακόσιων ενενήντα (31.890) ευρώ.

DIALYNAS LAW

ΑΘΗΝΑ

  Πλατεία Φιλικής Εταιρείας 18 Κολωνάκι 2ος οροφος, TK 10674

  2103615014

  210 3638950

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

  26ης Οκτωβρίου 10, Κινέζικη Αγορά, 54627

  2310526845

2310526415

  2310532573

ΧΑΝΙΑ

  Ανδρέα Παπανδρέου 96 1ος όροφος TK 73100

  2821057211

  2821054382

Ανθρωποκτονία από αμέλεια – Πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού κατ’ εξακολούθηση

Ανθρωποκτονία από αμέλεια – Πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού κατ’ εξακολούθηση

Ανθρωποκτονία από αμέλεια – Πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού κατ’ εξακολούθηση
Απόφαση ΒΤ2520/23.07.2018 Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (αδημοσίευτη)

 

Αριθμός ΒΤ1606/14.05.2018, ΒΤ1855/31.05.2018, ΒΤ2200/26.06.2018, ΒΤ2354/06.07.2018, ΒΤ2520/23.07.2018

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ Β’ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Σύνθεση: Γεώργιος Κασίμης, Πρόεδρος Πλημμελειοδικών, Γεωργία Πολυδώρου, Πλημμελειοδίκης, Μαρία Ρόγκα, Πλημμελειοδίκης.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23.07.2018 (κατόπιν διακοπής από τη συνεδρίαση της 14.05.2018, 31.05.2018, 26.06.2018, 06.07.2018), με την παρουσία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Στυλιανού Καραμάνη και της Γραμματέως Μαρίας Κοκοσαλάκη, για να δικάσει τους κατηγορουμένους 1) Κ. Γ. του Ε. – Γ., κάτοικο …, 2) Α. Τ. του Δ., κάτοικο …, 3) Ε. Α. του Κ., κάτοικο …, 4) Β. Γ. του Κ., κάτοικο …, που εκπροσωπήθηκαν οι μεν 1ος και 2ος των κατηγορουμένων από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Γρίβα, οι δε 3η και 4η των κατηγορουμένων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσοβόλα. Με πολιτικώς ενάγοντες 1) τη Μ. Γ. του Γ, κάτοικο …, και 2) τον Ν. Π. του Κ. κάτοικο …, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Νικολάου Διαλυνά και Μαρίας Φυντανή.

Πράξεις: 1) Ανθρωποκτονία από αμέλεια και 2) πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού κατ’ εξακολούθηση.

[…]

[Παραλείπονται έκθεση πρακτικών κ.λπ.]

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

«(…) Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Την 29-4-2014 η πολιτικώς ενάγουσα, η οποία ήδη στον ένατο μήνα της κυήσεως, επισκέφτηκε τον πρώτο κατηγορούμενο στο ιατρείο του προκειμένου αυτός, ως θεράπων ιατρός της, να ελέγξει την πρόοδο της κυήσεως. Κατά τη συνάντηση αυτή δεν παρατηρήθηκε καμία ανωμαλία στην κύηση. Όμως, επειδή το βράδυ η πολιτικώς ενάγουσα είδε αίμα πήγε στο νοσοκομείο στις 12:15 περίπου της 30-4-2014. Μετά από εξετάσεις η πολιτικώς ενάγουσα οδηγήθηκε σε ειδικό δωμάτιο που προβλέπεται για την παρακολούθηση των επιτόκων. Κατά τις 8:00 το πρωί ο πρώτος κατηγορούμενος επισκέφτηκε την πολιτικώς ενάγουσα και δεν έκανε κάποια παρατήρηση για την εξέλιξη του τοκετού. Επίσης, ο πρώτος κατηγορούμενος επισκέφτηκε την πολιτικώς ενάγουσα κατά τις 8:50 περίπου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο δωμάτιο, η πολιτικώς ενάγουσα υπέγραψε τα απαραίτητα έγγραφα για την επισκληρίδιο και για λήψη βλαστοκυττάρων. Με την εισαγωγή της πολιτικώς εναγούσης στο δωμάτιο επιτόκων, και συγκεκριμένα την ώρα 1:23:04 οι μαίες που είχαν τότε υπηρεσία της τοποθέτησαν στην κοιλιά της επιτόκου και έχει αισθητήρες ή «σένσορες» οι οποίοι καταγράφουν τους καρδιακούς παλμούς του εμβρύου και της επιτόκου. Στις 11:30, δηλαδή μετά από απουσία δυόμιση ωρών, ο πρώτος κατηγορούμενος επέστρεψε στην αίθουσα όπου νοσηλευόταν η πολιτικώς ενάγουσα οπότε και διέταξε την άμεση εισαγωγή της πολιτικώς εναγούσης στην αίθουσα τοκετού, όπου κατά τις 11:40 ώρα διενεργήθη καισαρική τομή και γεννήθηκε το άρρεν κυοφορούμενο. Όμως, επειδή κατά την καισαρική διαπιστώθηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα είχε υποστεί αποκόλληση του πλακούντα και ότι το νεογνό παρουσίαζε βαρείες αλλοιώσεις, κυανά άκρα προβλήματα εμβρυικών παλμών διασωληνώθηκε, του χορηγήθηκε αδρεναλίνη και εισήχθη στην μονάδα εντατικής θεραπείας όπου απεβίωσε περί ώρα 16:00. Από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι το κυοφορούμενο ήταν υγιές και ότι ο θάνατός του δεν οφείλεται σε κάποια γενετική ανωμαλία αλλά επήλθε από βαριά εμβρυϊκή δυσφορία που δεν κατέστη δυνατή να ανασταλεί. Κατά τη γέννησή του το νεογνό ζύγιζε 2,6 κιλά, με μήκος σώματος 47 εκατοστά και περίμετρο κεφαλής 34 εκατοστά. Κατά τη νεκροψία- νεκροτομή που πραγματοποιήθηκε από τους ιατροδικαστές Σ. Τ. και Ε. Κ., διενεργήθηκε υδροστατική δοκιμασία σε τεμάχια πνευμονικού παρεγχύματος που διενεργήθηκε και διαπιστώθηκε ότι οι πνεύμονες είχαν αναπνεύσει και παρουσίαζαν μαζική εισφόρηση αμνιακού υγρού και συμφόρηση των κυψελιδικών τριχοειδών αγγείων και έτσι αποδεικνύεται ότι το κυοφορούμενο υπέστη βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια. Στη δοκιμασία αυτή οι πνεύμονες κανονικά επιπλέουν ενώ στην συγκεκριμένη περίπτωση βούλιαξαν, που σημαίνει ότι δεν είχαν αέρα και δεν είχαν ζωτικό χώρο για να αναπνεύσουν, ήταν δηλαδή πυκνωτικοί οι πνεύμονες και για το λόγο αυτό βυθίζονταν. Στον πλακούντα βρέθηκαν στοιχεία ενεργού οπισθοπλακουντικού αιματώματος λόγω μικροαποκολλήσεων πράγμα που δεικνύει ότι είχε αρχίσει η αποκόλληση του πλακούντα. Η εισρόφηση του αμνιακού υγρού από το κυοφορούμενο δεικνύει ότι δεν εκμαιεύτηκε έγκαιρα.

Επίσης, κατά την νεκροψία διαπιστώθηκε ότι το αμνιακό υγρό ήταν διαυγές, ενώ αν η αποκόλληση του πλακούντα ήταν μεγάλη, θα είχε προηγηθεί εμβρυϊκή δυσχέρεια και το αμνιακό υγρό θα ήταν κεχρωσμένο. Επίσης, από την καταγραφή του καρδιοτοκογραφήματος προκύπτει ότι από την ώρα 10:10, το κυοφορούμενο άρχισε να παρουσιάζει βραδυκαρδίες οι οποίες δεικνύουν την εμβρυική δυσφορία. Οι ενδείξεις του καρδιοτοκογραφήματος δείχνουν την σταδιακή επιβάρυνση της καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου. Απ’ όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται η αμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου ο οποίος, ως θεράπων ιατρός και μαιευτήρας της πολιτικώς εναγούσης, είχε ιδιαίτερη υποχρέωση και όφειλε να επιδεικνύει την επιμέλεια ως προς την παρακολούθησή της ως επιτόκου από την εισαγωγή της στην μαιευτική κλινική έως και τον τοκετό. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι η πολιτικώς ενάγουσα παρουσίασε αιμορραγία προ της εισαγωγής της στην κλινική, γεγονός που έπρεπε να συνεκτιμήσει για την ενδεχόμενη αποκόλληση του πλακούντα, ενώ αντίθετα δεν αξιολόγησε το σύμπτωμα αυτό. Επίσης, ο πρώτος κατηγορούμενος απουσίαζε από το δωμάτιο που νοσηλευόταν η πολιτικώς ενάγουσα, τουλάχιστον επί δύο ώρες. Η μάρτυς Ν. κατέθεσε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν συνεχώς μέσα στο δωμάτιο, χωρίς όμως να κρίνεται πειστική, διότι κατέθεσε επίσης ότι η ίδια δεν ήταν συνεχώς μέσα στο δωμάτιο. Επίσης, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν αξιολόγησε προσηκόντως τις ενδείξεις του καρδιοτοκογράφου οι οποίες ήδη από ώρα 10:12:03, δεικνύουν μείωση του εμβρυικού παλμού στους 80 παλμούς, στις 10:34:03 δεικνύουν παρατεταμένη επιβράδυνση διάρκειας 6 λεπτών γεγονός που αποτελεί ένδειξη αποπερατώσεως του τοκετού. Ο μάρτυς Φ. προσπάθησε να μειώσει την διαγνωστική αξία του καρδιοτοκογράφου καταθέτοντας ότι δεν είναι αξιόπιστος. Όμως, ο εν λόγω μάρτυς κρίνεται ο ίδιος ως αναξιόπιστος καθόσον δεν εξηγεί γιατί τοποθετείται ο καρδιοτοκογράφος στην επίτοκο, εφόσον είναι αναξιόπιστος και για ποιο λόγο η κλινική είχε εγκαταστήσει στην αίθουσα των γυναικολόγων ειδικό μόνιτορ όπου εμφαίνονται οι καταγραφές από τους καρδιοτοκογράφους που τοποθετούνται στις επιτόκους, ακόμα και όταν αυτοί δεν είναι στο ειδικό δωμάτιο των επιτόκων. Ο κατηγορούμενος επικαλείται έγγραφο που υπογράφει πρόσωπο με το όνομα Σ. Μ., Μαιευτήρας Γυναικολόγος, προκειμένου να αποδείξει ότι το καρδιοτοκογράφημα έχει περιορισμούς ως προς την ερμηνεία του.

Πράγματι, από το συγκεκριμένο έγγραφο προκύπτει ότι δύο ιατροί μπορεί να διαφωνήσουν σχετικά με τη βαρύτητα ενός καρδιοτοκογραφήματος. Όμως το εν λόγω έγγραφο δεν είναι ορισμένο και δεν εκθέτει ακριβώς ποιο είναι το πλαίσιο των τιμών εντός των οποίων τίθεται ενδεχομένων η διχογνωμία και η υποκειμενικότητά της κρίσεως των ιατρών, εφόσον δεν αναφέρει ποιες τιμές καθιστούν ένα τοκοκαρδιογράφημα ύποπτο ή παθολογικό. Δηλαδή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ειδικά μετά την ώρα 10:14:03, οι ενδείξεις του καρδιοτοκογραφήματος είναι ακραίες με ενδείξεις έντονης διαταραχής του κυοφορούμενου. Συνεπώς, ο πρώτος κατηγορούμενος αδιαφόρησε για τις παθολογικές ενδείξεις της πολιτικώς εναγούσης, αδιαφόρησε για τις ενδείξεις του καρδιοτοκογραφήματος και απουσίαζε από το ειδικό δωμάτιο των επιτόκων όπου βρισκόταν η πολιτικώς ενάγουσα, ενώ αν ασκούσε επιμελώς τα καθήκοντά του, θα έπρεπε να έχει εκτιμήσει ότι υπάρχει αποκόλληση του πλακούντα σε εξέλιξη και ότι το κυοφορούμενο δυσφορεί ώστε να προβεί σε καισαρική τομή τουλάχιστον στις 10:10 πριν το κυοφορούμενο εισροφήσει αμνιακό υγρό. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως κατηγορείται και όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσης.

Αντίθετα, από κανένα στοιχείο δεν απεδείχθη ότι όλοι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν το αδίκημα της πλαστογραφίας, εφόσον αφενός, οι πολιτικώς ενάγοντες αναγνωρίζουν ότι έθεσαν κάποιες από τις υπογραφές επί των εγγράφων που φέρονται ως πλαστά και αφετέρου, διατελούν σε σύγχυση περί των εγγράφων που φέρονται ως πλαστά και αφετέρου, διατελούν σε σύγχυση περί των εγγράφων που υπέγραψαν, λόγω της συναισθηματικής φορτίσεως που υπέστησαν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της πολιτικώς εναγούσης. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθούν αθώοι όλοι οι κατηγορούμενοι για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ’ εξακολούθηση για την οποία κατηγορούνται».

Αντισυνταγματική η επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές (ΠΠρΘεσ 5352/2020)

Ιατρική αμέλεια – Ευθύνη οργάνων Ν.Π.Δ.Δ.

Ιατρική αμέλεια – Ευθύνη οργάνων Ν.Π.Δ.Δ. (Απόφαση 693/2016 Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης – αδημοσίευτη)

 

Αριθμός απόφασης 693/2016

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Β’ ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2015 με την εξής σύνθεση: Βασίλειος Πανταζόπουλος, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ., Ζαχαρίας Λαμπρινός-Εισηγητής και Χριστίνα Ιωσηφίδου, Εφέτες Δ.Δ. Ως Γραμματέας έλαβε μέρος η δικαστική υπάλληλος Μαρία Παντέκη.

Για να δικάσει την έφεση με ημερομηνία κατάθεσης 18.11.2014,

1) του Θ. Γ. του Α., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπείται από τη δικαστική συμπαραστάτρια και σύζυγό του Α. Μ. του Ν., σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 20.431/2010 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).

2) της Α. Μ. του Ν., συζ. Θ. Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ατομικά. Παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας,

Κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ», που εδρεύει στην Εξοχή Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του. Παρέστη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Χριστοδουλοπούλου.

Με την έφεση αυτή οι εκκαλούντες επιδιώκουν την εξαφάνιση της 2236/2014 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το βλαπτικό της μέρος.

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το Δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εκκαλούντων, ο οποίος ζήτησε την αποδοχή της έφεσης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη, χωρίς τη συμμετοχή της Γραμματέως, που δεν κρίθηκε αναγκαία, και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα.

Σκέφθηκε κατά το Νόμο.

1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (ειδικά έντυπα … και … Α’ σειράς) ζητείται η εξαφάνιση της 2236/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το βλαπτικό για τους εκκαλούντες μέρος. Με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού συνεκδικάστηκαν οι με χρονολογία κατάθεσης 22.6.2012 και 29.8.2012 (δύο) κοινές αγωγές των εκκαλούντων (συζύγων), αφενός μεν απορρίφθηκαν οι εν λόγω αγωγές, κατά το μέρος που ασκήθηκαν από την σύζυγο του εκκαλούντος, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, αφετέρου δε έγιναν εν μέρει δεκτές, κατά το μέρος που ασκήθηκαν από τον εκκαλούντα και υποχρεώθηκε το ήδη εφεσίβλητο Νοσοκομείο να καταβάλει νομιμοτόκως σ’ αυτόν, το συνολικό ποσό των 652.630 ευρώ (585.871+980+38.738+27.041 ευρώ), ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, κατά τα άρθρα 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., που υπέστη εξ αιτίας παράνομων πράξεων και παραλείψεων ιατρικών οργάνων του εφεσιβλήτου που προκάλεσαν σωματική βλάβη του, καθώς και α) το ποσό των 100.000 €, ως αποζημίωση κατ’ άρθρο 931 του Α.Κ., λόγω διαρκούς σωματικής του αναπηρίας και β) το ποσό των 100.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης κατ’ άρθρο 932 του Α.Κ., από την ίδια αιτία και συνολικά ποσό 852.630 ευρώ (652.630 + 100.000 + 100.000 ευρώ). Ειδικότερα, σύμφωνα με το διατακτικό της εκκκαλουμένης απόφασης υποχρεώθηκε το εφεσίβλητο Νοσοκομείο να καταβάλει στον εκκαλούντα α) όσον αφορά το ποσό των 418.321 ευρώ σε εφάπαξ κεφάλαιο νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως, εκ του οποίου το μεν ποσό των 200.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 22.6.2012 έως την ολοσχερή εξόφληση, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 218.321 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 30.8.2012 έως την ολοσχερή εξόφληση και β) όσον αφορά το ποσό των 434.309 ευρώ σε εξήντα τέσσερεις (64) μηνιαίες δόσεις των 6.786 ευρώ καταβλητέες την 1η ημέρα κάθε μήνα από 1.9.2012 έως 31.12.2017, νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως από το ληξιπρόθεσμο της κάθε δόσης έως την ολοσχερή εξόφληση αυτής. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της εφέσεως αυτής και ενόψει του ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νόμιμης και εμπρόθεσμης ασκήσεώς της, την κρίνει τυπικά δεκτή και προχωρεί στην ουσιαστική της εξέταση, μόνον ως προς τον εκκαλούντα, δοθέντος του ότι η εκκαλούσα σύζυγός του, ως τρίτη, εμμέσως ζημιωθείσα, δεν εδικαιούτο επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ορθώς εκρίθη από την εκκαλουμένη ότι δεν ενομιμοποιείτο ενεργητικά, σύμφωνα με το άρθρο 71 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και σε κάθε περίπτωση, δεν είχε επικαλεσθεί και δεν είχε προσκομίσει απολύτως κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί της καταστάσεως της ψυχικής της υγείας, προκειμένου να τεκμηριώσει ξεχωριστή ηθική βλάβη από τον εκκαλούντα.

2. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984» Α’ 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …», στο δε άρθρο 106 αυτοί) ορίζεται ότι «Οι διατάξεις των δύο προηγουμένων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή τον υπηρεσιών νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (Α.Ε.Δ. 5/1995, Σ.τ.Ε. 2669/2015). Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (Σ.τ.Ε. 2669/2015, 4133/2011 7μ.,1019/2008,2741/2007, 2796/2006 7μ.). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενεργείας του δημοσίου οργάνου και της επελθούσης ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία (Σ.τ.Ε. 2669/2015, 2668/2015, 332/2009 7μ.).

3. Επειδή, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ν. 3418/2005), που τέθηκε σε ισχύ στις 28.11.2005 και κατήργησε το ΒΔ 25.5/6.7.1955 (δηλαδή τον προϊσχύσαντα “Κανονισμό Ιατρικής Δεοντολογίας’’, «η άσκηση της ιατρικής είναι λειτούργημα που αποσκοπεί στη διατήρηση, βελτίωση και αποκατάσταση της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής υγείας του ανθρώπου, καθώς και στην ανακούφισή του από τον πόνο» κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου «το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης…». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 «Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» (Α’ 16), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 47 του Εισ.Ν.Α.Κ., «ο ιατρός οφείλει να παρέχη μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχυούσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγειών». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τα άρθρα 330, 652 και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ασθενής του από κάθε αμέλεια αυτού, ακόμη και ελαφριά, αν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτήν που αναμένεται από το μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του (Σ.τ.Ε. 572/2013, A.Π. 181/2011, 1362/2007).

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα ιατρικά έγγραφα της υπόθεσης, οι καταθέσεις των εμπλεκόμενων μερών κατά την προανάκριση και η σχετική 33.207/9.9,2013 απόφαση του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στο σώμα της οποίας παρατίθενται μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, οι καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, οι απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς και οι α) από 23.4.2013 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη της ιατροδικαστού Λ.-Κ. Κ. και β) από 6.3.2010 πραγματογνωμοσύνη του ιατρού νευρολόγου Η. Τ. (βλ. και φάκελο της αντίθετης έφεσης του εφεσίβλητου, επί της οποίας εξεδόθη ήδη η 514/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 20.11.2008 και ώρα 17.15′ ο εκκαλών Θ. Γ., 55 ετών (γεννηθείς την 9.2.1953), διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.) από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας “INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ-14° χιλ. Θεσσαλονίκης-Πολυγύρου”, όπου εργάζετο, στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (Τ.Ε.Π.) της Α’ Παθολογικής Κλινικής του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου με αναφερόμενη πάθηση «λιποθυμία-ωχρότητα- επιγαστρικό άλγος» (βλ. την με αριθμό πρωτ. 5.806/19.6.2009 βεβαίωση του Διευθυντή του Ε.Κ.Α.Β. Παραρτήματος Θεσσαλονίκης). Πρώτος επελήφθη του περιστατικού ο εφημερεύων ειδικευόμενος ιατρός (της παθολογίας) Κ. Μ., ο οποίος προέβη στη λήψη ιστορικού του ασθενούς από τον ίδιο τον ασθενή και τους συνοδεύοντες αυτόν, ήτοι την συνάδελφό του Γ. Β. και την σύζυγό του, κατά το οποίο (ιστορικό) αναφέρθηκαν τρία λιποθυμικά επεισόδια συνοδευόμενα από ζάλη και έντονη κοιλιαλγία, στη συνέχεια προέβη σε κλινική εξέταση αυτού, καθώς σε μέτρηση της πίεσης με ηλεκτρονικό πιεσόμετρο το οποίο έδειξε ΑΠ 90,9 και 46 και 83 σφύξεις. Όλες οι εξετάσεις έγιναν σε ύπτια θέση του ασθενούς, γιατί ήταν αδύνατον να σταθεί όρθιος ή έστω σε καθιστή θέση. Ακολούθως, ο προαναφερθείς ιατρός έδωσε εντολή για τοποθέτηση φλεβοκαθετήρα στον ασθενή, μέσω του οποίου του χορηγήθηκε ορός 1.000 ccnormal, ενώ του χορηγήθηκαν apotel, zantac και primperan, ως συμπτωματική αναλγητική αγωγή (βλ. αναγραφόμενα στο από 20.11.2008 φύλλο εισόδου ασθενούς στην Α’ Παθολογική Κλινική από το T.EJL). Επίσης, έδωσε εντολή για την διενέργεια αιματολογικών και βιοχημικών εξετάσεων. Τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων, με αναγραφόμενη ώρα διενεργείας 17.36′, ήταν όλα εντός των φυσιολογικών ορίων, ιδίως ως προς τις κρίσιμες τιμές των λευκών αιμοσφαιρίου (8.0 με φυσιολογικές τιμές 4,9 έως 10,8), του αιματοκρίτη (39 με φυσιολογικές τιμές 37,7 έως 47,9) και του αριθμού των αιμοπεταλίων (206 με φυσιολογικές τιμές 150 έως 350), ενώ τα ερυθρά αιμοσφαίρια ήταν 3,94 Μ/uL με φυσιολογικές τιμές 4,04 έως 5,48 (βλ. το από 20.11.2008 αιμοδιάγραμμα του ως άνω νοσοκομείου). Από δε τις βιοχημικές εξετάσεις προέκυψε ότι ο ασθενής είχε ζάχαρο 307 mg/dl με φυσιολογικές τιμές από 70 έως 115, ενώ κάτω από τις εξετάσεις υπήρχε η παρατήρηση «ΕΝΤΟΝΑ ΑΙΜΟΛΥΜΕΝΟΣ ΟΡΟΣ» (βλ. τις από 20.11.2008 βιοχημικές εξετάσεις με αναγραφόμενη ώρα διενέργειας 17.45′). Μετά δε τη λήψη των αποτελεσμάτων των ως άνω αιματολογικών εξετάσεων, ο ανωτέρω ιατρός Κ. Μ., έχοντας ήδη ενημερώσει για το συγκεκριμένο περιστατικό τον ειδικό ιατρό παθολόγο Α. Ζ., Αν. Διευθυντή Ε.Σ.Υ. και υπεύθυνο κατά τον κρινόμενο χρόνο του Τ.Ε.Π. της Α’ Παθολογικής Κλινικής του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου, συνέταξε παραπεμπτικό για τη διενέργεια ηλεκτροκαρδιογραφήματος, ακτινογραφίας θώρακος και κοιλίας (βλ. το από 20.11.2008 παραπεμπτικό ακτινολογικών εξετάσεων, σε συνδυασμό με το από 20.11.2008 φύλλο εισόδου ασθενούς στην Α’ Παθολογική Κλινική από τα Τ.Ε.Π.). Από δε την ακτινογραφία κοιλίας που έγινε όντας ο ασθενής σε ύπτια θέση, προέκυψαν τα ακόλουθα ευρήματα, με βάση το με ημερομηνία 20.11.2008 πόρισμα του διενεργούντος αυτού ακτινολόγου; «Μεγάλη διάταση ελίκων παχέος και λεπτού εντέρου. Ακτινοδιαφάνεια (ΑΡ) υποχονδρίου (μεγαλοσπληνία;)», στο δε μεταγενέστερο έγγραφο του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου με ημερομηνία 26.8.2009 αναφέρεται ότι “έγιναν ακτινογραφίες θώρακος και κοιλίας στις οποίες δεν καταγράφονταν σαφή ευρήματα συμβατά με οξεία κοιλία’’. Μετά ταύτα, ο ασθενής παρέμεινε στο Τ.Ε.Π. της Παθολογικής Κλινικής του ως άνω Νοσοκομείου, όπου, κατόπιν συνεννόησης των πιο πάνω ιατρών, κλήθηκε από τον Κ. Μ. προσέλθει χειρουργός από το Τ.Ε.Π. της Χειρουργικής Κλινικής, προκειμένου να προβεί σε κλινική εξέταση του ως άνω ασθενή και χειρουργική εκτίμηση αυτού. Προς τούτο, περί ώρα 19.15 περίπου προσήλθε στο Τ.Ε.Π, της Παθολογικής Κλινικής ο Κ. Α., ειδικευόμενος ιατρός (της χειρουργικής), ευρισκόμενος στο πρώτο έτος της ειδικότητάς του, ο οποίος τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή εξυπηρετούσε τη λειτουργία του ιατρείου επειγόντων περιστατικών για το χειρουργικό τμήμα. Ο ιατρός αυτός προέβη σε εξέταση του ασθενούς, έχοντας μάλιστα υπόψη του τόσο τις αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις όσο και τις ακτινογραφίες θώρακος και κοιλίας και κατά την ιατρική του άποψη δεν διαπίστωσε περιστατικό οξείας κοιλίας ή άλλο χειρουργικό περιστατικό (βλ. αναγραφόμενο πόρισμα στο από 20.11.2008 φύλλο εισόδου ασθενούς). Στη συνέχεια, ενόψει του ότι ο ασθενής συνέχιζε να προβάλλει κοιλιακό άλγος αποφασίσθηκε η εισαγωγή του στην Α’ Παθολογική Κλινική, με διάγνωση εισόδου “επίμονο κοιλιακό άλγος” όπου και τελικά μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο περί ώρα 20.30 περίπου, για την παρακολούθηση της κλινικής του πορείας και τη διερεύνηση της αιτίας του κοιλιακού άλγους. Εκεί ανέλαβε το συγκεκριμένο περιστατικό ο εφημερεύων ειδικός ιατρός παθολόγος – Επιμελητής Α’ Ε.Σ.Υ.. Ν. Π., ο οποίος, αφού ενημερώθηκε για το ιστορικό του ασθενούς, προέβη σε κλινική εξέταση αυτού, κατά την οποία διαπίστωσε ότι αυτός είχε άριστο επίπεδο επικοινωνίας, όψη πάσχοντος (πόνος διάχυτος στην κοιλιά που δεν υποχώρησε παρά τη φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε στα Τ.Ε.Π., λεπτή εφίδρωση στο πρόσωπο, ελαφρά ταχύπνοια, ίσως σημεία αγγειοσύσπασης), φυσιολογικό εντερικό περισταλτισμό με ευαισθησία στην εν τω βάθει ψηλάφηση της κοιλίας, πίεση 110/60 mm Hg, 98 σφύξεις το λεπτό και φυσιολογικό κορεσμό οξυγόνου 98%, Από το ιστορικό του ο ασθενής ανέφερε γαστροοισοφογική παλινδρόμηση με θολοπλαστική, χειρουργηθείσα βουβωνοκήλη και ευερέθιστο έντερο. Πέρα, όμως από τις ως άνω εξετάσεις ο ιατρός Ν. Π. έλεγξε τον ασθενή για ορθοστατικά φαινόμενα και διαπίστωσε ότι “κάνει” έντονη ορθοστατική υπόταση με ΑΠ 70/50 mm Ηg σε όρθια θέση. Έτσι, μετά ταύτα, ο ως άνω ιατρός, λαμβάνοντας υπόψη το πρόσφατο ιστορικό του ασθενούς, ήτοι τρία (3) λιποθυμικά επεισόδια που προηγήθηκαν το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, το επίμονο κοιλιακό άλγος και την ορθοστατική υπόταση, ζήτησε να γίνει με τη διαδικασία του κατεπείγοντος αξονική τομογραφία κοιλίας με χρήση γαστρογραφίνης για περαιτέρω διερεύνηση της κατάστασής του (βλ. το από 26.8.2009 ενημερωτικό έγγραφο της Α’ Παθολογικής Κλινικής). Ο ασθενής μεταφέρθηκε και πάλι από την Α’ Παθολογική Κλινική κοντά στον χώρο του Τ.Ε.Π. της Παθολογικής Κλινικής, όπου βρισκόταν ο αξονικός τομογράφος του νοσοκομείου και υποβλήθηκε στην άνω εξέταση, το πόρισμα της οποίας είχε ως εξής: «Πλήρης κατάληψη του επιπλοϊκού θυλάκου από επεξεργασία; η οποία ασαφοποιεί τον στόμαχο, την ουρά του παγκρέατος. Παρουσία ασκητικού υγρού περιηπατικά, στην αρ. παρακογική αύλακα και στον αριστερό παρανεφρικό χώρο. Μετά την ενδοφλέβια έγχυση σπαστικού δεν παρατηρείται εμπλουτισμός. Τα ως άνω ευρήματα συνηγορούν υπέρ αιμορραγίας. Απλές κύστεις ήπατος. Σπλην – επινεφρίδια – νεφροί: κφ. Φυσιολογικό εύρος κοιλιακής αορτής» (βλ. το από 20.11.2008 πόρισμα της ειδικής ακτινολόγου Μ. Π.). Μετά από αυτά και περί ώρα 22.00 περίπου, ο ασθενής μεταφέρθηκε στη Δ’ Χειρουργική Κλινική του νοσοκομείου, με διάγνωση «ενδοκοιλιακή αιμορραγία» ευρισκόμενος σε κατάσταση ολιγαιμικής καταπληξίας (βαρύ σοκ), όπου, αμέσως μετά την αρχική χειρουργική εκτίμηση από τον εφημερεύοντα ειδικό ιατρό χειρουργό Σ. Α. και τα πρώτα βήματα ανάνηψης (σε συνεργασία με τους αναισθησιολόγους) εισήχθη στο χειρουργείο, με απροσδιόριστη πίεση και 40 σφύξεις το λεπτό. Έτσι, ο ασθενείς υπό γενική αναισθησία υποβλήθηκε σε μέση υπερ-υποομφάλιο τομή σε ερευνητική λαπαροτομία, κατά την οποία διαπιστώθηκε αιμορραγία από την περιοχή των πυλών του σπληνός και εκτεταμένο αιμάτωμα στην περιοχή του ελάσσονος επιπλοοϊκού θυλάκου αλλά και του οπισθοπεριτοναϊκού χώρου. Έγινε σπληνεκτομή και packing της περιοχής της αιμορραγίας με χρήση κομπρεσών, εξαιτίας της διάχυτης αιμορραγίας λόγω διαταραχών του πηκτικού μηχανισμού (βλ. φύλλο αναισθησίας και δελτίο μητρώου χειρουργείου της 20.11.2008), ενώ χρησιμοποιήθηκαν δώδεκα (12) μονάδες ερυθρά και δώδεκα (12) μονάδες φρέσκο κατεψυγμένο πλάσμα (βλ. το από 25.09.2009 έγγραφο του Τμήματος Αιμοδοσίας του Νοσοκομείου). Στη συνέχεια, ο ασθενής οδηγήθηκε διασωληνωμένος στη μονάδα εντατικής θεραπείας, ενώ την επόμενη ημέρα χειρουργήθηκε και πάλι από τον ίδιο ως άνω χειρουργό (Σ. Α.) για αφαίρεση των κομπρεσών και εκ νέου έλεγχο της περιτοναϊκής κοιλότητας, η οποία παρέμεινε ανοιχτή για την αποφυγή του συνδρόμου ενδοκοιλιακού διαμερίσματος (βλ. φύλλο αναισθησίας και δελτίο μητρώου δεύτερου χειρουργείου της 21.11.2008). Στις 22.11.2008 ο ασθενής οδηγήθηκε για τρίτη φορά στο χειρουργείο για σύγκλειση του δέρματος του τραύματος, με σκοπό την αποφυγή ενδοκοιλιακής λοίμωξης (βλ. φύλλο αναισθησίας και δελτίο μητρώου τρίτου χειρουργείου της 22.11.2008). Η πορεία του ασθενούς σε ό,τι αφορά την κοιλιακή κοιλότητα και το χειρουργικό τραύμα δεν παρουσίασε επιπλοκές. Κατά τη νοσηλεία του ασθενούς στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας και κατόπιν εξετάσεων που εχώρησαν λόγω της αδυναμίας αφύπνισης με επαφή μετά τη διακοπή των καταστολών, αυτός υποβλήθηκε στις 28.11.2008 σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, από την οποία διαπιστώθηκαν πολλαπλές υπόπυκνες περιοχές mm αποδόθηκαν σε ανοξαιμία. Περαιτέρω, στις 12.12.2008 υποβλήθηκε σε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα με παθολογικά ευρήματα, ενδεικτικά διάχυτης εγκεφαλικής βλάβης, στις 16.12.2008 σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, τα ευρήματα της οποίας επιβεβαίωσαν εκείνα της αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, ήτοι «τα ευρήματα σε συνδυασμό με το ιστορικό (υποβολαιμία) συνηγορούν υπέρ εγκεφαλικών βλαβών οφειλόμενη σε υποξαιμία- υποβολαιμία» και στις 18,12,2008 σε ηλεκτρομυογράφημα, το οποίο ανέδειξε πολυνευροπάθεια, πιθανόν στα πλαίσια κρίσιμου νόσου (βλ. σχετικά πορίσματα). Σύμφωνα δε με την από 23.1.2009 ιατρική γνωμάτευση του Καθηγητή και Διευθυντή της Χειρουργικής Κλινικής Χ. Λ., που χορηγήθηκε για τον ασφαλιστικό φορέα του ασθενούς, ο τελευταίος έπασχε από «οξεία κοιλία, λιποθυμικό επεισόδιο (απότοκο οξείας ενδοκοιλιακής αιμορραγίας)» και ότι έχρηζε 24ώρης νοσηλευτικής φροντίδας με αποκλειστική αδελφή. Αμέσως μετά την έξοδό του από τη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας στις 16.2.2009 (βλ. εξιτήριο από το νοσοκομείο με αναφερόμενη διάγνωση «ενδοκοιλιακή αιμορραγία- εγκεφαλική υποξαιμία») ο ασθενής διακομίσθηκε στο κέντρο αποκατάστασης της Νευρολογικής Κλινικής “ΝeurologischeKlinikBad Aibling” της πόλης BadAibling της Γερμανίας, με εξαίρεση το διάστημα από 11.5.09 έως 20.5.09, κατά το οποίο νοσηλεύτηκε στην κλινική “KlinikFurPlastischeundHanddchirurgieAsthetischeChirurgiePIastischeBru stchirurgie στην πόλη VOGTAREUTH της ίδιας χώρας, όπου είχε μεταφερθεί προκειμένου να υποβληθεί σε πλαστική χειρουργική επέμβαση για αντιμετώπιση κατακλίσεων. Τόσο κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία όσο και μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα στις 29.10,2009, οπότε και εισήχθη στο Κέντρο Αποκατάστασης-Αποθεραπείας Θεσσαλονίκης «Η Αναγέννηση Α.Ε.», όπου και παρέμεινε ως τις 3.11.2010, διαπιστώθηκε εκ νέου ότι είχε υποστεί εκτεταμένη πολυεμφρακτική εγκεφαλοπάθεια, συνεπεία ολιγαιμικής – υποβολαιμικής καταπληξίας και ενδεχομένως και λόγω εμβολών, «εξαιτίας ρήξης ανευρύσματος της σπληνικής αρτηρίας και αθρόας ενδοπεριτοναϊκής (ενδοκοιλιακής) αιμορραγίας». Αναλυτικότερα, ο εκκαλών από την αφύπνισή του και εντεύθεν παρουσιάζει εκτεταμένες νεκρωτικές: στον εγκέφαλο, οι οποίες προκαλούν συρρίκνωση του εγκεφαλικού παρεγχύματος και δημιουργείται έτσι η εικόνα εκσεσημασμένης εγκεφαλικής ατροφίας. Επίσης, παρουσιάζει τετραπάρεση, δηλαδή αδυναμία των άνω και κάτω άκρων (ιδίως των κάτω) με μεγάλη έκπτωση της κινητικότητας, καθώς μπορεί να σηκωθεί από την κατακεκλιμένη θέση μόνο με τη βοήθεια άλλου ατόμου, ενώ δεν μπορεί να βαδίσει. Επιπλέον, παρουσιάζει απώλεια του ελέγχου των σφιγκτήρων, με απώλεια ούρων (φέρει μόνιμο κυστεουρητικό καθετήρα) και κοπράνων. Τέλος, παρουσιάζει διαταραχές του λόγου (αφασικές διαταραχές), με διαταραχή τόσο της εκφοράς όσο και της αντίληψης αυτού, διαταραχή της αντίληψης γενικότερα και ως εκ τούτου και της κρίσης, διαταραχή του προσανατολισμού σε τόπο και χρόνο, διαταραχή των ανωτέρω γνωσιακών (φλοιϊκών) λειτουργιών και διαταραχή της συμπεριφοράς με επεισόδια διεγέρσεων και επιθετικότητα, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σε φαρμακευτική αγωγή για τα συμπτώματα αυτά. Συνεπεία της παραπάνω κατάστασής του, η οποία δεν αναμένεται να παρουσιάσει βελτίωση, παρά μόνο στασιμότητα ή και επιδείνωση, ο εκκαλών αδυνατεί πλήρως να επιμεληθεί τόσο του εαυτού του όσο και της περιουσίας του, έχει δε μονίμως ανάγκη από την παρουσία έτερου προσώπου για να τον βοηθάει στις καθημερινές του ανάγκες (αλλαγή θέσης, φαγητό, άλλαγμα, μετακίνηση), να διαχειρίζεται τα επεισόδια διέγερσης και επιθετικότητας που παρουσιάζει και να επιμελείται της περιουσίας του (βλ. την από 11,3.2010 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού νευρολόγου Η. Τ., που διατάχθηκε η διενέργειά της με την 2993/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης-Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), Επίσης, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες με αρ. πρωτ. 225/22.2,2012 και 147/22.2.2013 ιατρικές γνωματεύσεις του Διευθυντή της Γ’ Νευρολογικής Κλινικής του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου «…ο Γ. Θ. …πάσχει από σπαστική τετραπάρεση, αφασικές διαταραχές και έντονες διαταραχές συμπεριφοράς στα πλαίσια συνδρόμου Kluver – Bucy επί εδάφους εκτεταμένοι ισχαιμικών αλλοιώσεων των εγκεφαλικών ημισφαιρίων. Λόγω των ως άνω ο ασθενής δεν δύναται να αυτοεξυπηρετηθεί και χρήζει συνεχούς φροντίδας και παρουσίας ετέρου ατόμου…», επιπλέον δε σύμφωνα και με τις με αρ. πρωτ. 806/22.2.2012 και 504/6.2.2013 ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις των αρμόδιων ιατρών της Ορθοπεδικής Κλινικής του εκκαλούντος νοσοκομείου «ο ασθενής πάσχει από εξεσημασμένες έκτοπες οστεοποιήσεις ισχίων και γονάτων συνεπεία βαρειάς ανοξαιμικής βλάβης κεντρικού νευρικού συστήματος εμφανίζει βαρειά κινητική αναπηρία…». Ενόψει αυτών και σύμφωνα με την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη, με την υπ’ αριθμ. 20.431/2.7.2010 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσια δικαιοδοσία) ο εκκαλών τέθηκε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και για το λόγο αυτό διορίστηκε οριστική δικαστική συμπαραστάτρια η σύζυγός του.

5. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 33.207/9.9.2013 απόφαση του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 22.6.2012 έγκλησης του εκκαλούντος και βασίστηκε, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, στην προαναφερθείσα από 23.4.2013 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη της ιατροδικαστού Λ.-Κ. Κ., από τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση ιατρούς του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου, ο μεν ειδικευόμενος ιατρός Κ. Μ. κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο για τη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ οι άλλοι δύο, ήτοι ο ειδικός παθολόγος Α. Ζ. και ο ειδικευόμενος ιατρός Κ. Α., καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης δώδεκα (12) και έξι (6) μηνών αντίστοιχα, με αναστολή, για την ίδια ως άνω πράξη. Τέλος, με την με αριθμό 09905/2013/6808/16.9.2013 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Θεσσαλονίκης διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών πάσχει από σπαστική τετραπάρεση με επιβάρυνση κάτω άκρων και οργανικό ψυχοσύνδρομο απότοκο σοβαρού βαθμού ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας και κρίθηκε ότι το ποσοστό της εγκατεστημένης και μη αναστρέψιμης κινητικής αναπηρίας του ανέρχεται σε 67 %, ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 81 % κατά ιατρική πρόβλεψη από 26.3.2012 έως εφ’ όρου ζωής, ότι για το ίδιο χρονικό διάστημα χρήζει βοήθειας και συμπαράστασης άλλου προσώπου και ότι δικαιούται να λάβει εξωϊδρυματικό επίδομα.

6. Επειδή, ο εκκαλών Θ. Γ. με τις από 22.6.2012 και 29.8.2012 (συνεκδικαζόμενες πρωτοδίκως) αγωγές του, όπως αναπτύχθηκαν με υπομνήματα, προέβαλε ότι τα προαναφερόμενα όργανα του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου, κατά παράβαση των κοινώς παραδεδεγμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, προκάλεσαν τις ανωτέρω σοβαρότατες βλάβες του σώματος και της υγείας του, καθώς καθυστέρησαν να προβούν σε ορθή διάγνωση της πάθησής του και να τον υποβάλουν στην ενδεδειγμένη χειρουργική επέμβαση. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι παρά την ανησυχητική κλινική εικόνα του, ήτοι λιποθυμικά επεισόδια, αφόρητους πόνους, έντονη εφίδρωση, χαμηλή πίεση και παρά το ότι οι αιματολογικές εξετάσεις κατέδειξαν πτώση ερυθρών αιμοσφαιρίων, αιματοκρίτη και αιμοσφαιρίνης και η διενεργηθείσα ακτινογραφία κοιλίας είχε καταδείξει μεγάλη διάταση ελίκων παχέως και λεπτού εντέρου και μεγαλοσπληνίας επιληφθέντες ειδικευόμενοι ιατροί του Τ.Ε.Π. της Παθολογικής Κλινικής όχι μόνο δεν αξιολόγησαν ορθά τα ανωτέρω ευρήματα, τα οποία ήταν δηλωτικά ανευρύσματος και τα οποία έπρεπε να τους κινητοποιήσουν για να ελέγξουν εάν υπέφερε από οξεία κοιλία, αλλά αντίθετα δεν ζήτησαν, όπως είχαν υποχρέωση, την συνδρομή του εφημερεύοντα ειδικού ιατρού παθολόγου, ότι, επίσης, κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, μετά πάροδο περίπου δύο ωρών, οι ως άνω ιατροί κάλεσαν ειδικευόμενο χειρουργό (Κ. Α.) και όχι ειδικό χειρουργό για χειρουργική εκτίμηση του περιστατικού, ότι ο κληθείς ειδικευόμενος χειρουργός ιατρός, παρά τα άκρως ανησυχητικά συμπτώματα και τις εργαστηριακές εξετάσεις που τέθηκαν υπόψη ίου δεν προέβη σε ορθή διάγνωση της νόσου και δεν ζήτησε τη συνδρομή ετέρου ειδικού χειρουργού, ούτε την διενέργεια οποιοσδήποτε άλλης διαγνωστικής εξέτασης (επανάληψη αιματολογικών εξετάσεων, αξονική τομογραφία) ώστε να διαγνωσθεί η υπάρχουσα πάθηση (ενδοκοιλιακή αιμορραγία), με συνέπεια την πολύωρη αιμορραγία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση υποξαιμίας και την εγκατάσταση μόνιμων εγκεφαλικών βλαβών. Για τους λόγους αυτούς ο εκκαλών ζήτησε με την από 22.6.2012 (πρώτη) αγωγή του, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη λόγω της ως άνω βλάβης του σώματος και της υγείας του, να υποχρεωθεί το εφεσίβλητο Νοσοκομείο να του καταβάλει με τον τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, το ποσό των 500.000 ευρώ ως αποζημίωση κατ’ άρθρο 931 Α.Κ., λόγω διαρκούς σωματικής αναπηρίας και το ποσό των 500.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγοι ηθικής βλάβης, κατ’ άρθρο 932 Α.Κ. Επίσης, ο εκκαλών ζήτησε με την από 29.8.2012 (δεύτερη) αγωγή του, να υποχρεωθεί το εφεσίβλητο Νοσοκομείο να του καταβάλει με τον τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής αυτής έως την ολοσχερή εξόφληση, το συνολικό ποσόν των 990.338,30 ευρώ που αντιστοιχεί στα αναφερόμενα κατωτέρω επί μέρους κονδύλια (θετική ζημία) και σε διαφυγόν κέρδος για την αποκατάσταση ζημίας από την προεκτεθείσα αιτία. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του προσκόμισε πρωτοδίκως, μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα 33.207/9.9.2013 απόφαση του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από τους καταδικασθέντες, εκ των οποίων εκείνη του ιατρού Κ. Α. τέθηκε στο αρχείο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα, λόγω παραγραφής της ποινής, κατ’εφαρμογήν του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 4198/2013 (ΦΕΚ 215) (βλ. την από 5.3.2014 υπηρεσιακή βεβαίωση), του δε ιατρού Α. Ζ. εκκρεμεί η εκδίκασή της έως την συζήτηση της παρούσας υπόθεσης. Συνεπώς, η εν λόγω απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, ώστε να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 197 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων.

7. Επειδή, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του και κατά το μέρος που προσβάλλεται με την κρινόμενη έφεση, αφού έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου, έκρινε ότι η ανωτέρω βλάβη της υγείας και του σώματος του εκκαλούντος προκλήθηκε από συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου και συναφώς απέρριψε σχετικό αίτημα του τελευταίου περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, επιδίκασε δε εν τέλει τα αναφερόμενα στην πρώτη σκέψη ποσά.

8. Επειδή περαιτέρω, στο άρθρο 931 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του και στο άρθρο 932 ότι: « Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του..». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε κάθε περίπτωση ευθύνης του δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. κατά τα άρθρα 105-105 του ΕισΝΑΚ, το δικαστήριο έχει επί πλέον την ευχέρεια, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, κατ’ εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ. αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά που θέτουν υπόψη του οι διάδικοι (βαθμό πταίσματος του υποχρέου, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινοτική κατάσταση του παθόντος κ.λ.π.) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΣτΕ266/2015, 877/2013 7μ., 2271/2013, 1405/2013, 424/2012, 424/2012, 3844/2012, 4133/2011 7μ., 1019/2008, 2736/2007, 521/2006 κ.ά). Περαιτέρω, δε, κατά την θέσπιση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ ο νομοθέτης έλαβε υπόψη του την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την σε ότι αφορά το ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγο) ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα, η χρηματική ικανοποίηση πρέπει να είναι εύλογη και, επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει ούτε να υποβαθμίζει την αξία της παράνομης πράξης η παράλειψης επιδικάζοντας υπερβολικά χαμηλό ποσό ούτε να καταλήγει με ακραίες εκτιμήσεις στον υπέρμετρο πλουτισμό του ζημιωθέντος, διότι τούτο υπερακοντίζει τον σκοπό του νομοθέτη που επέβλεψε στην αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης που διαταράχθηκε από την παράνομη πράξη ή παράλειψη (ΣτΕ 868/2011). Επίσης το ύψος της δεν συναρτάται κατ’ αρχήν προς την συγκεκριμένη κάθε φορά περιουσιακή και δημοσιονομική κατάσταση του δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ούτε από το περιουσιακό και οικονομικό μέγεθος των ανωτέρω νομικών προσώπων επιδρά στον καθορισμό της (ΣτΕ 2668/2015, 1405/2013, 3839/2012 7μ., 4988/2012, 1243/2010, 2579/2006). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 298, 299 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο του, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 931 του ΑΚ περιέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ. Επομένως, για την θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξιώσεως απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέραν από εκείνα που απαιτούνται για την θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 του ΑΚ, τα οποία συνθέτουν την έννοια της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για την στοιχειοθέτηση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 του ΑΚ, περιστατικά από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του. Έτσι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 931 του ΑΚ επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζομένου ευλόγου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με την συνεκτίμηση του ποσοστού της συνυπαιτιότητος του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΣτΕ 1906/2015, 2668/2015, 877/2013 7μ„ ΑΓΙ 560/2013, 210/2012),

9. Επειδή, η εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε υπέρ του εκκαλούντος α) το ποσόν των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και β) το ποσόν των 100.000 ευρώ ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 931 του ΑΚ. Με το δικόγραφο της κρινομένης εφέσεως αι ειδικότερα με τους πρώτο και δεύτερο αντιστοίχους λόγους προβάλλεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε επιδικάζοντας μόνον τα ποσά αυτά έναντι των αιτηθέντων 500,000 ευρώ για κάθε μία ανωτέρω αξίωση αντίστοιχος, παραβιάζοντας έτσι την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητος. Αναφορικά με την ηθική βλάβη που προκλήθηκε στον εκκαλούντα, το Δικαστήριο τούτο λαμβάνοντας υπόψη 1) τις συνθήκες, υπ’ τις οποίες επήλθε η βλάβη της υγείας του, για τις οποίες την αποκλειστική ευθύνη φέρει το εφεσίβλητο Νοσοκομείο, 2) το είδος της προσβολής, την έκταση και την σοβαρότητα της βλάβης της υγείας του, η οποία, όπως περιγράφεται αναλυτικά στο ιστορικό είναι ιδιαιτέρως βαρεία (κατέστη τελείως ανίκανος) και θα διαρκέσει εφ! όρου ζωής (πάσχει από σπαστική τετραπάρεση με επιβάρυνση κάτω άκρων και οργανικό ψυχοσύνδρομο απότοκο σοβαρού βαθμού ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας, σύμφωνα με την 09905/2013/6808/16.9.2013 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας του Υποκαταστήματος 1ΚΑ-ΤΑΜ Θεσσαλονίκης και για τον λόγο αυτόν ετέθη σε καθεστώς οριστικής δικαστικής συμπαράστασης, 3) το πλήθος των επεμβάσεων στις οποίες υπεβλήθη για τον περιορισμό της βλάβης της υγείας του, καθώς και την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία που υφίσταται εξ αιτίας των παθήσεων του, 4) το γεγονός ότι η κατάσταση της υγείας του εμποδίζει την ανάπτυξη φυσιολογικής προσωπικής ζωής (αδυναμία για κλινωνικές συναναστροφές, εργασία και επικοινωνία), 5) την ηλικία του κατά τον χρόνο επελεύσεως της αναπηρίας του (55 ετών) και 6) την οικονομική κατάστασή του, όπως αυτή προκύπτει από την επαγγελματική ενασχόληση που είχε προ της επελεύσεως της ανωτέρω βλάβης, καθώς και την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος με δύο τέκνα), κρίνει ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά των ιατρικών οργάνων του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου, δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση το δίκαιο και εύλογο για την συγκεκριμένη περίπτωση ποσόν των 100.000 ευρώ, όπως ορθώς εκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά έκρινε και η εκκαλουμένη και τα όσα περί του αντιθέτου προβάλει ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της κρινομένης εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης εφέσεως, το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη ότι από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο εκκαλών λόγω της σπαστικής τετραπάρεσης με επιβάρυνση των κάτω άκρων του και του οργανικού ψυχοσυνδρόμου που είναι απότοκο σοβαρού βαθμού ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας, άλλαξε δυσμενώς ως προς την ψυχική του υγεία και την εξωτερική του εμφάνιση, ότι η παραμόρφωσή του αυτή είναι μόνιμη και διαρκής, ότι εξαιτίας της μόνιμης αυτής αναπηρίας του με τις απορρέουσες από αυτήν σοβαρές συνέπειες που προαναφέρονται ανωτέρω, έχει αποκλεισθεί κοινωνικά και ότι η αναπηρία του καθιστά απαγορευτικές για τον ίδιο τις κοινωνικές συναναστροφές και την κοινωνική δραστηριότητα που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος με σοβαρή περαιτέρω δυσμενή επίδραση στην μελλοντική οικονομική κατάσταση και επαγγελματική εξέλιξή του, κρίνει (το Δικαστήριο τούτο) ότι ο εκκαλών δικαιούται αποζημιώσεως σύμφωνα με το άρθρο 931 του ΑΚ, λόγω διαρκούς σωματικής αναπηρίας του, το δίκαιο και εύλογο ποσόν των 100.000 ευρώ, όπως αυτό, κατ’ ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών προσδιορίσθηκε και από την εκκαλουμένη απόφαση, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινομένης εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

10. Επειδή, με τον τρίτο λόγο της κρινομένης εφέσεως προβάλλεται ότι εσφαλμένως η σύζυγος του εκκαλούντος θεωρήθηκε από την εκκαλουμένη ως μη δικαιούχος χρηματικής αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ από την προκληθείσα στον εκκαλούντα αναπηρία από τα ιατρικά όργανα του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου. Το Δικαστήριο τούτο έχει απορρίψει συνοπτικά τον λόγο αυτό στην εισαγωγική σκέψη της παρούσης. Ειδικότερα, η σύζυγος του εκκαλούντος, αφενός μεν έχει υποστεί εμμέσως ηθική βλάβη, ως τρίτο πρόσωπο, αφ’ ετέρου δε αυτή δεν επικαλέσθηκε και δεν προσκόμισε πρωτοδίκως κανένα αποδεικτικό μέσο για να τεκμηριώσει την βλάβη της ψυχικής της κατάστασης (π.χ. ιατρικές γνωματεύσεις) ξεχωριστά από τον εκκαλούντα (ΣτΕ 2412/2009), όπως σύννομα και ορθά κρίθηκε και από την εκκαλουμένη.

11. Επειδή, εξάλλου, ο Αστικός Κώδικας στο άρθρο 298 ορίζει ότι: «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία, των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί» και στο άρθρο 929 ότι: «Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του…». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση του παθόντος περιλαμβάνει τις δαπάνες νοσηλείας του και ό,τι, εφεξής, θα δαπανά επιπλέον εξ αιτίας της κατάστασης της υγείας του, τη θετική ζημία που έχει ήδη επέλθει και την αποθετική ζημία αυτού από διαφυγόντα κέρδη. Ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Προκειμένου περί του διαφυγόντος κέρδους, το οποίο, κατά κανόνα, δεν είναι επιδεκτικό πλήρους δικανικής πεποίθησης, επιτρέπεται στο δικαστή να αρκεσθεί στην πιθανότητα μελλοντικής απόκτησής του, η οποία υφίσταται όταν συντρέχουν ικανοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ της αλήθειας και δεν προκύπτει κάτι το αντίθετο (Σ.τ.Ε.2668/2015, 11/2010, 1479, 1410/2006. Α.Π. 869/2013). Συνίσταται δε το διαφυγόν κέρδος, κατά την εν λόγω διάταξη, στην ματαίωση της αύξησης της περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, επρόκειτο να επέλθει και δεν επήλθε εξαιτίας του ζημιογόνου γεγονότος (Σ.τ.Ε. 2668/2015, 2705/2009 7μ., 750/2011). Τα περιστατικά δε τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση, την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, να εκτίθενται στην αγωγή (Σ.τ.Ε. 2668/2015, 2668/2011), Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 930 ότι: «Η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Ο οφειλέτης της αποζημίωσης μπορεί κατά τις περιστάσεις να υποχρεωθεί να παράσχει ασφάλεια. Η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε». Η διάταξη του εδ. γ’ του άρθρου αυτού αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται εκ του νόμου ή εξάλλου λόγου να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Ειδικότερα, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, η ανικανότητα μπορεί να αντιμετωπισθεί κατά διαφόρους τρόπους, ακόμη δε, και με υπερένταση των προσπαθειών των λοιπών μελών της οικογένειας ή με ανάλογο περιορισμό των αναγκών τους. Συνεπώς ο παθών, ο οποίος, για την αποκατάσταση της υγείας του, δέχεται τις αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες των κατά νόμο υπόχρεων (γονέων, συζύγου, αδελφών κ.λ.π.) στα πλαίσια της σχετικής υποχρέωσης των τελευταίων, δικαιούται ν’ απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση τουλάχιστον το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτον, τον οποίο θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτό, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν καταβάλει κανένα τέτοιο ποσό (Σ.τ.Ε. 1481/2014, 1541/2013. 3732/2012, ΑΠ 1723/2014, 132/2010, 1545/2009). Ειδικότερα, τα νοσήλια έχουν ευρύ περιεχόμενο. Αυτά περιλαμβάνουν κάθε δαπάνη, που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία, για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος. Περιλαμβάνονται δε σε αυτά εκτός των άλλων, η πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου στο νοσοκομείο είτε στο σπίτι σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις αναπηριών, όταν αυτό επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. σχετικά Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα-4η έκδοση, 2008, σελ.256), χωρίς να απαιτείται για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης ιατρική βεβαίωση που να καθορίζει την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου. Επίσης, στην περίπτωση αυτή η αποζημίωση διαμορφώνεται στο ποσό που συνήθως καταβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις για την προσφορά των ίδιων υπηρεσιών (βλ. Α.Π. 1545/2009, 1276/2005, 371/2001, Εφ.ΑΘ. 1958/2014). Κατά την ορθότερη όμως άποψη όταν οι υπηρεσίες παρέχονται στον παθόντα από οικείους του, επιδικάζεται σ’ αυτόν εύλογη αποζημίωση και όχι το ποσό που πράγματι θα κατέβαλε σε μια υποκατάστατη δύναμη, δεδομένου ότι η απασχόληση του οικείου προσώπου δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένη, διαφέρουσα από την εντατική, συνεχή και εξειδικευμένη εργασία της αποκλειστικής νοσοκόμας (βλ. σχετικά Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα-Συμπλήρωμα στην 4η έκδοση, 2014, σελ.73 και Δ.Εφ.ΑΘ. 158/2014, 1638/2011, 1578/2009, Εφ.Λαμ. 15/2011, Εφ. Αθ. 768/1998κά.).

12. Επειδή, με την από 29.8.2012 (δεύτερη) αγωγή του ο εκκαλών ζήτησε να του καταβληθούν καταρχήν δαπάνες απασχόλησης αποκλειστικής νοσοκόμας για το χρονικό διάστημα νοσηλείας του στο εκκαλούν νοσοκομείο από 15.1.2009 έως 15.2,2009, κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν από τον ασφαλιστικό φορέα, ποσού 7.333,19 ευρώ. Σχετικά προσκόμισε πρωτοδίκως: α) την προαναφερθείσα από 23.1.2009 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του Διευθυντή της Δ’ Χειρουργικής Κλινικής του εφεσίβλητου νοσοκομείου Καθηγητή X. Λ., για ανάγκη 24ωρης νοσηλευτικής φροντίδας του ασθενή με αποκλειστική νοσοκόμα, β) δέκα οκτώ (18) αποδείξεις είσπραξης του ΙΚΑ αποκλειστικών νοσοκόμων που απασχολήθηκαν για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, συνολικού ποσού 7.465,98 ευρώ, αναφερόμενες ειδικότερα στις σελίδες 156 έως 158 της ως άνω αγωγής γ) το με αρ. πρωτ. 2245/29.1.2009 έγγραφο του Προϊστάμενου του Τμήματος Φοίνικα Θεσσαλονίκης του Ο.Α.Ε.Ε. για το ποσό που καλύπτει ο Ασφαλιστικός Φορέας και δ) η 53052438-4/28.1.2009 επιταγή της Εθνικής Τράπεζας ποσού 132,79 ευρώ, που αφορά το ποσό που κάλυψε ο Ασφαλιστικός Φορέας για αποκλειστικές νοσοκόμες. Επίσης, ζήτησε να του καταβληθούν δαπάνες απασχόλησης τρίτου ατόμου ως αποκλειστικής νοσοκόμας, ήτοι της συζύγου του, του αδελφού του και του υιού του, για το διάστημα από 16.2.2009 έως 29.10.2009, κατά το οποίο νοσηλεύτηκε στις Κλινικές της Γερμανίας, ποσού 33.093,90 ευρώ [255 ημέρες επί 64,89 ευρώ κόστος μιας βάρδιας αποκλειστικής νοσοκόμας (49,83 € ημερομίσθιο ανά βάρδια + 15,06 € για εργοδοτικές εισφορές ανά βάρδια) επί 2 βάρδιες ανά ημέρα]. Σχετικά προσκόμισε σε επίσημες μεταφράσεις από την Γερμανική Γλώσσα στην Ελληνική, την από 19.10.2009 ιατρική σύσταση του Διευθύνοντος Αρχιάτρου της ανωτέρω νευρολογικής κλινικής του BAD AIBLING για ενεργό συμμετοχή των συγγενών στη νοσηλεία του ασθενή και την από 27,10.2009 ιατρική περιληπτική έκθεση και βεβαίωση νοσηλείας στην ίδια κλινική από 16.2.2009 έως 11.5.2009 και από 20.5.2009 έως 29.10.2009 και στο ενδιάμεσο διάστημα από 11.5.2009 έως 20.5.2009 στην πλαστική χειρουργική κλινική του Θεραπευτικού Κέντρου VΟGTAREUTH Γερμανίας. Επιπλέον, ζήτησε να του καταβληθεί ποσό 48.018,60 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δαπάνες απασχόλησης τρίτου ατόμου, ως αποκλειστικής νοσοκόμας, όπως ανωτέρω, στο Κέντρο Αποκατάστασης-Αποθεραπείας της Θεσσαλονίκης «Η Αναγέννηση Α.Ε.» για το χρονικό διάστημα από 30.10.2009 έως 3.11.2010 (370 ημέρες επί 64,89 κόστος μιας βάρδιας αποκλειστικής νοσοκόμας επί 2 βάρδιες ανά ημέρα). Σχετικά προσκομίσθηκε πρωτοδίκως το από 3.11.2010 ενημερωτικό σημείωμα του εν λόγιο Κέντρου Αποκατάστασης, όπου αναφέρεται ότι ο εφεσίβλητος χρήζει της συνδρομής τρίτου προσώπου σε όλες τις δραστηριότητες της καθημερινής του ζωής. Τέλος, ζήτησε να του καταβληθεί το συνολικό ποσό των 551.477,48 ευρώ που αντιστοιχεί σε δαπάνες απασχόλησης τρίτου ατόμου ως αποκλειστικής νοσοκόμας στην οικία του, ήτοι της συζύγου, του υιού και της κόρης του, καθώς και του αδελφού του για το μετέπειτα διάστημα από 4.11.2010 έως τις 31.8.2012 (άσκηση της αγωγής), ήτοι 667 ημέρες επί τρεις βάρδιες το 24ώρο, ποσού 210,89 € (από 64,89 € για 8ώρη απασχόληση την ημέρα και από 81,11 € απασχόληση τη νύκτα) ίσον 140.663,63 € και σε απαίτηση καταβολής δαπάνης για το διάστημα από 1.9.2012 έως 31.12.2017 (για το μέλλον μετά την άσκηση της αγωγής), ήτοι 1948 ημέρες επί 210,89 ευρώ κόστος εικοσιτετράωρης απασχόλησης αποκλειστικής νοσοκόμας ίσον 410.813,72 €. Σχετικά προσκομίσθηκε η προαναφερθείσα στο ιστορικό από 11.3.2010 πραγματογνωμοσύνη του ιατρού νευρολόγου Η. Τ., δικαστικού πραγματογνώμονα και η ανωτέρω γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας εφ’ όρου ζωής του ΚΕ.Π.Α. του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.

13. Επειδή, το πρωτόδικο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε κατ’ αρχήν, ότι ο εκκαλών δικαιούται να λάβει ως θετική ζημία από την ανωτέρω αναφερόμενη αδικοπραξία των οργάνων του εφεσιβλήτου Νοσοκομείου, το ποσό που αντιστοιχεί σε εκείνο που αποδεδειγμένα κατέβαλε ως δαπάνες απασχόλησης αποκλειστικών νοσοκόμων για το χρονικό διάστημα νοσηλείας του στο εν λόγω Νοσοκομείο από 15.1.2009 έως 15.2.2009, κατά το μέρος που δεν καλύφθηκε από τον ασφαλιστικό φορέα, ποσού 7.333,19 ευρώ και κατά στρογγυλοποίηση 7.333 ευρώ. Ως προς τα υπόλοιπα αιτούμενα ποσά, ήτοι κατά το μέρος που αφορούν το χρονικό διάστημα από 16.2.2009 έως την 31.12.2017, αφού έλαβε υπόψη τη φύση της βλάβης της υγείας του εκκαλούντος που έχει ως αποτέλεσμα την οριστική αδυναμία αυτοεξυπηρέτησής του, με συνέπεια μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο και εντεύθεν να χρειάζεται τις υπηρεσίες και φροντίδες αποκλειστικής νοσοκόμου, ανεξαρτήτως του αν τις υπηρεσίες αυτές παρείχαν αφιλοκερδώς η σύζυγός του ή άλλα συγγενικά του πρόσωπα, και αφού έλαβε υπόψη ως πρόσφορο στοιχείο για την καταβαλλόμενη αμοιβή τις αμοιβές που αναγράφονταν στις προαναφερθείσες αποδείξεις είσπραξης αμοιβής των απασχοληθεισών, κατά τη νοσηλεία του εφεσίβλητου στο εκκαλούν νοσοκομείο, αποκλειστικών νοσοκόμων, σύμφωνα με τις οποίες η μικτή ημερήσια και νυχτερινή αμοιβή αυτών για τις καθημερινές ημέρες ανέρχεται κατά περίπτωση σε 64,89 ευρώ και σε 81,11 ευρώ και η αντίστοιχη για τα σαββατοκύριακα (το ορθό για τις Κυριακές και αργίες) ανέρχεται κατά περίπτωση σε 113,55 ευρώ και 123,68 ευρώ αντίστοιχα, έκρινε ότι πρέπει να επιδικαστεί στον εφεσίβλητο για δαπάνες απασχόλησης τρίτου ατόμου ως αποκλειστικής νοσοκόμας α) για το χρονικό διάστημα από την έξοδό του από το νοσοκομείο (16.2.2009) έως την άσκηση της από 29.8.2012 αγωγής του, το ποσό των 167.935 ευρώ κατά στρογγυλοποίηση (τρία έτη πλέον 199 ημέρες, ήτοι 1.294 ημέρες επί 64,89 κόστος μιας βάρδιας αποκλειστικής νοσοκόμας επί 2 βάρδιες ανά ημέρα = 167.935,32 ευρώ) και β) για το χρονικό διάστημα από την επομένη της ημερομηνίας άσκησης της αγωγής 31.8.2012 έως τις 31.12.2017 (και όχι 31.12.2007 που από παραδρομή αναγράφεται στην εκκαλουμένη) το ποσό των 410.603 ευρώ [(365 ημέρες ανά έτος επί πέντε έτη πλέον 122 ημέρες για το έτος 2012) επί (64,89 ευρώ για την ημερήσια απασχόληση επί δύο βάρδιες την ημέρα πλέον 81,11 ευρώ για τη νυκτερινή απασχόληση επί μία βάρδια την ημέρα) = 1947 ημέρες επί 210,89 ευρώ ανά ημέρα = 410.602,83 ευρώ]. Κατόπιν των ανώτεροι, έκρινε ότι πρέπει να επιδικαστεί στον εφεσίβλητο ως δαπάνη απασχόλησης αποκλειστικών νοσοκόμων ή τρίτων ατόμων αντί αυτών, το συνολικό ποσό των 585.871 ευρώ (7.333 ευρώ + 167.935 ευρώ + 410.603 ευρώ).

14. Επειδή, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσης ο εκκαλών προβάλλει ότι δεν έγινε ορθός υπολογισμός της επιδικασθείσας ανώτερο) αποζημίωσης που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από την έξοδό του από το εφεσίβλητο Νοσοκομείο (16.2.2009) έως την άσκηση της αγωγής του (29.8.2012) και για το χρονικό διάστημα από τον χρόνο άσκησης της αγωγής του μέχρι και τις 31.12.2017. Ειδικότερα προβάλλεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένος υπολόγισε μόνον δύο «βάρδιες» αποκλειστικής νοσοκόμου και μετά την έξοδο του εκκαλούντος από το Κέντρο Αποκατάστασης-Αποθεραπείας «Η Αναγέννηση» στις 3.11.2010 μέχρι τις 29.8.2012, χρονικό διάστημα κατά το οποίο ευρίσκετο στην οικία του και καθήκοντα αποκλειστικής νοσοκόμου ασκούσαν οι συγγενείς του. Το εφεσίβλητο Νοσοκομείο ομοίως αμφισβητεί την ορθότητα της εκκαλουμένης με το υπόμνημά του και προβάλλει ειδικότερα ότι δεν έλαβε χώραν σωστός υπολογισμός της επιδικασθείσης ανωτέρω αποζημίωσης από την έξοδο του εκκαλούντος από το εφεσίβλητο Νοσοκομείο (16.2.2009) έως την άσκηση της αγωγής του (29.8.2012), ανερχόμενης σε 167.935,32 ευρώ, αφού (εσφαλμένα) η εκκαλούμενη απόφαση δέχεται ότι στο χρονικό αυτό διάστημα αντιστοιχούν 1.294 ημέρες, ενώ αντιστοιχούν 1.291 ημέρες (319 ημέρες για το έτος 2009 + 365 ημέρες για το έτος 2010 + 365 ημέρες, για το έτος 2011 + 242 ημέρες για το έτος 2012) και συνεπώς το επιδικασθέν (παραπάνω) ποσό πρέπει να μειωθεί κατά 3 ημέρες. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι είναι αδικαιολόγητα υψηλό το ποσό της ανωτέρω επιδικασθείσας αποζημίωσης, ειδικότερα δε, μη νόμιμα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη ως πρόσφορο στοιχείο για τον υπολογισμό της δαπάνης απασχόλησης τρίτων ατόμων ως αποκλειστικών νοσοκόμων, τις αναγραφόμενες επί των ανωτέρω αποδείξεων είσπραξης αμοιβών των αποκλειστικών νοσοκόμων που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον εφεσίβλητο κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο εκκαλούν νοσοκομείο (ήτοι ποσά κυμαινόμενα μεταξύ 64,89 έως 81,11 € για τις καθημερινές και 113,55 έως 123,68 € για τις Κυριακές και αργίες), μολονότι έως την 14.5.2013 ίσχυε η 49556/2374/4.7.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας «Καθορισμός αποδοχών αποκλειστικών αδελφών νοσοκόμων όλης της χώρας» (ΦΕΚ Β 1.414/17.7.2008) με την οποία, για τα χρονικά διαστήματα από 1.9.2008 έως 30.4.2009 και από 1.5.2009 και εφεξής, το κατώτατο ημερομίσθιο των αποκλειστικών νοσοκόμων είχε οριστεί αντίστοιχος σε 31,32 και 33,04 € για τις καθημερινές, προσαυξανόμενο κατά 25% για νυκτερινή απασχόληση και κατά 75% για απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες και ότι εξάλλου, η ισχύς της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, παραταθείσα έως την 14.5.2013, έληξε την ανωτέρω ημερομηνία δυνάμει του άρθρου 2 της Π.Υ.Σ 6/2012 (ΦΕΚ Α’38/28.2.2012), ενώ έκτοτε το βασικό ημερομίσθιο των αποκλειστικών νοσοκόμων είναι το κατώτατο νομοθετικά καθορισμένο δυνάμει των διατάξεων του ν. 4093/2012. (ΦΕΚ Α’222/12.11.2012), ανερχόμενο στο ποσό των 26,18 € για εργαζόμενους ηλικίας άνω των 25 ετών και στο ποσό των 22,83 € για εργαζόμενους κάτω των 25 ετών. Επιπροσθέτως προβάλλεται, ότι ενόψει της φύσης της απασχόλησης συγγενικού ή φιλικού προσώπου για την κάλυψη προσωπικών αναγκών του παθόντος, ο τελευταίος δεν δικαιούται να αξιώνει τη συνήθως καταβαλλόμενη αμοιβή σε τρίτο ξένο πρόσωπο, αλλά μία εύλογη αμοιβή που προφανώς υπολείπεται από τη συνήθως καταβαλλόμενη σε τρίτο πρόσωπο με βάση ορισμένη συμβατική σχέση. Με το υπόμνημά του ο εκκαλών προβάλλει ότι η επιδικασθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δαπάνη για την απασχόληση τρίτων ατόμων ως αποκλειστικών νοσοκόμων είναι απολύτως εύλογη, δεδομένου ότι αφενός μεν τα επικαλούμενα από το εφεσίβλητο Νοσοκομείο κατώτατα ημερομίσθια αυτών προσαυξάνονται για παρεχόμενη εργασία κατά τη νύχτα, κατά τις Κυριακές και αργίες και λόγω προϋπηρεσίας και αφορούν αυστηρά απασχόληση 6 ωρών και 40 λεπτών (βλ. το προσκομιζόμενο 9986/10.4.2014 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης αμοιβής εργασίας του Υπουργείου Εργασίας» περί οδηγιών για τον καθορισμό των ημερομισθίων των αποκλειστικών αδελφών νοσοκόμων), ενώ η επιδικασθείσα από το Δικαστήριο αμοιβή αφορά οκτάωρη βάρδια, δηλαδή τρεις βάρδιες στο 24ώρο και ότι ενδεικτικά σύμφωνα με τον τιμοκατάλογο που χορηγήθηκε σ’ αυτόν από τη Νοσηλευτική Υπηρεσία του Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης «Ιπποκράτειο» με το 800/5.6.2015 έγγραφο (βλ. προσκομιζόμενο), τα ημερομίσθια οκτάωρης απασχόλησης νοσοκόμας με δύο τριετίες από τον Οκτώβριο του έτους 2014 είναι: ημέρα-καθημερινή: 56,20 ευρώ, νύχτα-καθημερινή: 68,59 ευρώ, ημέρα-Κυριακή ή αργία: 98,57 ευρώ και νύχτα-Κυριακή ή αργία: 105,58 ευρώ.

15. Επειδή, κατ’ αρχήν όσον αφορά τις δαπάνες απασχόλησης αποκλειστικών νοσοκόμων κατά τη νοσηλεία του εκκαλούντος στο εφεσίβλητο Νοσοκομείο κατά το χρονικό διάστημα από 15.1.2009 έως 15.2.2009, εφόσον ο εφεσίβλητος κατέβαλε το ποσό των 7.333 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες αποδείξεις, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ αυτού ως θετική ζημία το εν λόγω ποσό (βλ. Α.Π. 1545/2009 σκέψη III). Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη α) τα όσα προαναφέρθηκαν, σύμφωνα με τα οποία, όταν οι υπηρεσίες παρέχονται στον παθόντα από οικείους του, επιδικάζεται εύλογη αποζημίωση και όχι το ποσό που πράγματι θα κατέβαλε σε μια υποκατάστατη δύναμη και συνεπώς δεν εξισώνεται με την πλασματική αμοιβή μιας αποκλειστικής νοσοκόμας, β) όλων των ανωτέρω στοιχείων που επικαλούνται αμφότεροι οι διάδικοι σχετικά με τον καθορισμό του ύψους των αποδοχών αποκλειστικών νοσοκόμων- εκτιμωμένων ελευθέρως-, γ) ότι για τις υπηρεσίες κατ’ οίκον, το ημερομίσθιο αυτών ήταν ελεύθερα διαπραγματεύσιμο στην αγορά (πρβλ, Σ.τ.Ε. 1900/2015), καθώς και ότι η απασχόληση των οικείων του εφεσίβλητου δεν μπορούσε παρά να είναι περιορισμένη, διαφέρουσα από την εντατική, συνεχή και εξειδικευμένη εργασία της αποκλειστικής νοσοκόμας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω βοήθεια αποτιμάται στο εύλογο ποσό των 40 ευρώ για 8ώρη απασχόληση για το πιο πάνω χρονικό διάστημα-η διάρκεια του οποίου δεν αμφισβητείται- ήτοι από την έξοδό του από το νοσοκομείο από 16.2.2009 έως την 31.12.2017. Συνεπώς, και ενόψει του ότι δεν αμφισβητείται επίσης η χρονική διάρκεια απασχόλησης ανά ημέρα (βάρδια) η ως άνω αποζημίωση ανέρχεται για μεν το χρονικό διάστημα από 16.2.2009 έως τις 3.11.2010 (ημερομηνία εξόδου του εκκαλούντος από το Κέντρο Αποκατάστασης- Αποθεραπείας “Η Αναγέννηση”) στο ποσόν των 50.000 ευρώ [625 ημέρες επί 40 ευρώ το κόστος μιας βάρδιας επί δύο βάρδιες=50.000 ευρώ], ενώ για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, ήτοι από τις 4.11.2010 μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 29.8.2012 στο ποσό των 79.560 ευρώ (663 ημέρες επί 40 ευρώ το κόστος μίας βάρδιας επί 3 βάρδιες = 79.560 ευρώ], για δε το χρονικό διάστημα (για το μέλλον) από την επομένη της άσκησης της αγωγής στις 31.8.2012 έως τις 31.12.2017 στο ποσό των 233.640 ευρώ [1947 ημέρες (κατά τα γενόμενα δεκτά με την πρωτόδικη απόφαση και μη αμφισβητούμενα), επί 40 ευρώ την βάρδια επί 3 βάρδιες (120 €) = 233.640 ευρώ]. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να επιδικαστεί στον εφεσίβλητο ως δαπάνη απασχόλησης αποκλειστικών νοσοκόμων και τρίτων ατόμων αντί αυτών, το συνολικό ποσό των 370.533 ευρώ (7.333 ευρώ + 50.000 ευρώ + 79.560 ευρώ + 233.640 ευρώ), ήτοι 26.280 ευρώ επί πλέον όσων επεδίκασε η 514/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κατά το αντίστοιχό της κεφάλαιο επί αντίθετης έφεσης, κατά τον εν μέρει βάσιμο τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, μεταρρυθμιζόμενης αναλόγως της εκκαλούμενης απόφασης ως προς το κεφάλαιο αυτό.

16. Επειδή, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης έφεσης προβάλλεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε το αγωγικό του αίτημα (με την από 29.8,2012 αγωγή του) περί επιδίκασης κονδυλίου για την δαπάνη διενέργειας φυσικοθεραπείας για το χρονικό διάστημα που έπεται της ασκήσεως της αγωγής, δηλαδή από την 1.9.2012 έως τις 31.12.2017. Ειδικότερα πρόκειται για ένα κονδύλιο ποσού ύψους 64.512 ευρώ αποτελούμενο από 63 ευρώ για κάθε συνεδρία φυσικοθεραπείας, επί τέσσερες (4) φορές εβδομαδιαίος = 252 ευρώ την εβδομάδα, επί 4 εβδομάδες = 1008 ευρώ μηνιαίος, επί 64 μήνες (1.9.2012- 31.12.2017) = 64.512 ευρώ. Ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε και δεν προσκόμισε πρωτοδίκως αποδεικτικά στοιχεία (π.χ. ιατρικές γνωματεύσεις ή σχετικά έγγραφα από τον ασφαλιστικό του φορέα) για την συχνότητα των διενεργητέων συνεδριών φυσικοθεραπείας για το εν λόγω χρονικό διάστημα και για τον λόγο αυτόν, το επίδικο κονδύλιο απερρίφθη από την εκκαλουμένη ως αναπόδεικτο. Ο εκκαλών στο δικόγραφο της κρινομένης έφεσης έχει ενσωματώσει τόσο το από 23.7.2014 ενημερωτικό σημείωμα του φυσικοθεραπευτή Γεωργίου Τσιγάρα, όσο και την από 24.10.2014 ιατρική γνωμάτευση της Β’ Ορθοπεδικής Κλινικής του Γ ενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης «Παπαγεωργίου», πλην όμως τα στοιχεία αυτά δεν είναι δικονομικά επιτρεπτό να ληφθούν υπόψη το πρώτον στον δεύτερο βαθμό εκδικάσεως της υποθέσεως, ενώ ο εκκαλών στον σχηματισμό του επίμαχου κονδυλίου δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη και την συμμετοχή του ασφαλιστικού του φορέα. Επομένως, νομίμως και ορθώς απερρίφθη το κονδύλιο τούτο από την εκκαλουμένη απόφαση, δοθέντος του ότι δεν μπορούσε να συγκροτηθεί η ουσιαστική του βασιμότητα από το λοιπό αποδεικτικό υλικό της υποθέσεως πρωτοδίκως. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της κρινομένης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

17. Επειδή, με τον έκτο λόγο της κρινομένης εφέσεως αμφισβητείται η ορθότητα της εκκαλουμένης ως προς το κονδύλιο των 27.041 ευρώ που επιδίκασε στον εκκαλούντα της έννοιας των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ από την στέρηση των αποδοχών του από την επαγγελματική του απασχόληση λόγω της προαναφερομένης αναπηρίας του. Ειδικότερα, ο εκκαλών ζήτησε με την από 29.8.2012 αγωγή του για αποθετική ζημία το συνολικό ποσό των 232.757,72 ευρώ, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του θα αποκόμιζε από την εργασία που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εργαζόμενος με την ιδιότητα του έμμισθου μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης εταιρείας “INTERLIPE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ” (έδρα το 14° χιλ. Θεσσαλονίκης-Πολυγύρου) και έως 31.12,2017, που θα ήταν 64 ετών, με τη ρητή επιφύλαξη για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Το ποσό αυτό αναλύεται ως κάτωθι: α) 5.180,72 ευρώ για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2009 (1.700 ευρώ ανά μήνα αμοιβή ως έμμισθο μέλος του Α.Σ. της ανωτέρω ασφαλιστικής πλέον 350 ευρώ ανά μήνα ως έξοδα παράστασης μέλους του Α.Σ. πλέον μηνιαίες προμήθειες πωλήσεων 855,36 ευρώ – 2.905,36 ευρώ ανά μήνα επί 2 μήνες), β) 81.927,72 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.9.2009 (έναρξη καταβολής σύνταξης αναπηρίας) έως τις 31.8.2012 (επίδοση της αγωγής) (2.905,36 ευρώ ανά μήνα συνολική κατά τα ως άνω αμοιβή μείον 629,59 ευρώ μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε με την υπ” αριθμ. 1.114/4.5.2010 απόφαση του Προϊσταμένου της Α’ Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης του Ο.Α.Ε.Ε. επί 36 μήνες), και γ) 145.649,28 ευρώ για το μετέπειτα της αγωγής χρονικό διάστημα από 1.9.2012 έως 31.12.2017 (2.905,36 ευρώ ανά μήνα συνολική κατά τα ως άνω αμοιβή μείον 629,59 ευρώ μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε ως ανώτεροι επί 64 μήνες). Περί των εν λόγω αμοιβών προσκόμισε τις με ημερομηνία26.7.2012 δύο σχετικές βεβαιώσεις της “INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ”, εργοδότριας εταιρείας του κατά τον χρόνο του συμβάντος, Με τα έγγραφα αυτά βεβαιώνεται ότι ο υπάλληλος της εταιρείας αυτής Θ. Γ. εκλέχθηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου με πενταετή θητεία κατόπιν ψηφοφορίας κατά την τακτική γενική συνέλευση της 27.6.2008 και αποχώρησε με απόφαση που καταγράφηκε στο πρακτικό του Δ.Σ. της ίδιας εταιρείας στις 14.3.2012 για λόγους υγείας, ότι την 1.7.2009 διακόπηκε κάθε οικονομική αμοιβή προς τον εφεσίβλητο, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας, ότι έως και την 30.6.2009 οι μηνιαίες αμοιβές που ελάμβανε ήταν 1.700 ευρώ ως έμμισθο μέλος του Δ.Σ., 350 ευρώ μηνιαία έξοδα παράστασης και 855,36 ευρώ προμήθεια επί των πωλήσεων. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το Φ.Ε.Κ. Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ 9410/08.09.2003 και 10716/18.09.2008 ο Θ.Γ. εκλέχθηκε διαδοχικά μέλος του Δ.Σ. της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας με πενταετή θητεία κάθε φορά και συνολικά για μια δεκαετία και έως την 30.06.2013.

18. Επειδή, σε ό,τι αφορά την απώλεια εισοδημάτων του παθόντος έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση ότι αν δεν μεσολαβούσε η ανικανότητα του εκκαλούντος, θα εργαζόταν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ως έμμισθο μέλος του Δ.Σ. της «INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ» έως και τις 31.12.2017 που θα ήταν 64 ετών, ακολούθως δε, αφενός μεν μείωσε το αιτηθέν ποσό που θα ελάμβανε από την παραπάνω επαγγελματική δραστηριότητα, από το ποσό των 1.700 ευρώ στο ποσό των 900 ΕΥΡΩ «ως πιθανολογούμενη ανά μήνα αμοιβή», λόγω της γενικής πτώσης, κατά τα τελευταία έτη του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα, η οποία οφείλεται στο σοβαρότητα κλονισμό της δημοσιονομικής ισορροπίας του Ελληνικού Κράτους, αφετέρου δε απέρριψε τα επιπλέον αιτηθέντα κονδύλια που αντιστοιχούν στα εισοδήματά του από τις μηνιαίες προμήθειες πωλήσεων (855,36 ευρώ) καθώς και τα έξοδα παράστασης ως μέλους του Δ.Σ. (350 ευρώ), με το σκεπτικό ότι αυτά δεν αποτελούν αμοιβή και επομένως δεν θα έπρεπε να συνυπολογισθούν για την εξεύρεση του αποδοτέου διαφυγόντος κέρδους. Συγκεκριμένα, επιδίκασε υπέρ του εκκαλούντος α) το ποσό των 1.800 ευρώ για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2009 (900 ευρώ επί 2 μήνες), β) για το διάστημα από 1.9.2009 έως 31.08.2012, το ποσό των 9.735 ευρώ, κατά στρογγυλοποίηση (900 ευρώ αμοιβή ανά μήνα, κατά τα ως άνω, μείον 629,59 ευρώ μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε με την υπ’ αριθ. 1.114/4.5.2010 απόφαση του Προϊσταμένου της Α’ Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης του Ο.Α.Ε.Ε. = 270,41 επί 36 μήνες = 9.734,76) και γ) για το διάστημα από 1.9.2012 έως 31.12.2017 το ποσό των 17.306 ευρώ (900 ευρώ ανά μήνα κατά τα ως άνω αμοιβή μείον 629,59 ευρώ μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε με την ως άνω απόφαση = 270,41 επί 64 μήνες = 17.306,24 ευρώ) και συνολικά 27.041 ευρώ (μη προσθέτοντας προφανώς από παραδρομή το ποσό των 1.800 ευρώ). Με την υπό κρίση έφεση προβάλλεται ότι έσφαλε κατά το ως άνω κεφάλαιο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μειώνοντας το μηνιαίο ποσόν που ο εκκαλών θα ελάμβανε από την επαγγελματική του δραστηριότητα και απορρίπτοντας τα αιτηθέντα κονδύλια που αντιστοιχούσαν στα εισοδήματά του από τις προμήθειες πωλήσεως, καθώς και στα έξοδα παραστάσεώς του ως μέλους του Δ.Σ.. Το Δικαστήριο τούτο λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εκκαλών πριν την επέλευση της αναπηρίας του το έτος 2008 βρισκόταν ακόμη σε παραγωγική ηλικία (55 ετών-γεννηθείς την 9.2.1953), ότι όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο στοιχεία ήταν μέλος του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων “INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ”, τουλάχιστον από το έτος 2003 και ελάμβανε για την ιδιότητά του αυτή μηνιαίες αποδοχές, ότι εξαιτίας της προαναφερόμενης αδικοπραξίας των οργάνων του νοσοκομείου κατέστη δια βίου ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία και ότι αν δεν μεσολαβούσε η εν λόγω ανικανότητά του, θα εργαζόταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με την ως άνω ιδιότητα του έμμισθου μέλους Δ.Σ. τουλάχιστον έως την 30.6.2013 (βλ. ειδικότερα το Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ 10716/18.9.2008) που έληγε η θητεία του ως μέλος του Δ.Σ,, ότι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, ήτοι η διαδοχική εκλογή του ως μέλος του Δ.Σ. επί μία δεκαετία επιτρέπουν πρόγνωση σε βαθμό που καθιστούσε πιθανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, την επανεκλογή του ως μέλος Δ.Σ. και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα των 4,5 ετών ήτοι από 1.7.2013και έως και την 31.12.2017 που θα ήταν ακόμη 64 ετών, κρίνει ότι δικαιούται, κατ’ άρθρο 930 παρ. 1 του ΑΚ. να λάβει ως αποζημίωση (διαφυγόντα κέρδη) για όλο το αιτούμενο χρονικό διάστημα (ήτοι έως 31.12.2017), τις αποδοχές που θα αποκόμιζε απασχολούμενος στην ίδια επιχείρηση, το ύψος των οποίων (900 ευρώ ανά μήνα) αμφισβητείται με τον κρινόμενο λόγο της εφέσεως αυτής. Ειδικότερα, ενόψει της από 26.7.2012 βεβαιώσεως της εργοδότριας του εκκαλούντος «INTERLIFE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ», σε συνδυασμό με την κατά τα γενικώς γνωστά και αντικειμενικώς αποδεκτά υφέσεως της Εθνικής Οικονομίας και της συνακολούθου μειώσεως μισθών και συντάξεων, οι μηνιαίες αποδοχές του εκκαλούντος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα πρέπει να προσδιορισθούν στο εν προκειμένω εύλογο ποσόν των 1.000 ευρώ μηνιαίως, κατά τον εν μέρει βάσιμο σχετικό λόγο της κρινομένης εφέσεως. Επιπροσθέτως, στην εν λόγω αποζημίωση πρέπει να συνυπολογισθούν και τα μηνιαία έξοδα παραστάσεως από 350 ευρώ, δοθέντος του ότι κατ’ ουσίαν πρόκειται για πάγια κατά συνεδρίαση αμοιβή μέλους Διοικητικού Συμβουλίου Ανώνυμης Εταιρείας και αποτελούν εισόδημα της εννοίας του άρθρου 12 του ν. 4172/2013, ενώ οι μηνιαίες προμήθειες από πωλήσεις είναι αβέβαιο κονδύλιο μη επιδεχόμενο δικαστική εκτίμηση εξαιτίας του ότι η σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων, λόγω της κοινώς γνωστής υφέσεως της Εθνικής Οικονομίας επλήγη καιρίως και πρωτίστως. Επομένως, ο Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι ο εκκαλών στερήθηκε και εζημιώθη αντιστοίχως. κατά την έννοια των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ (διαφυγόν κέρδος), τις αποδοχές που συνεκτιμουμένης και της προεκτεθείσης πτώσης του βιοτικού επιπέδου, θα αποκόμιζε με βεβαιότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων για την προαναφερόμενη επαγγελματική του απασχόληση για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2009 το ποσόν των 2.700 ευρώ (1.350 ευρώ ανά μήνα) και για το χρονικό διάστημα από 1.9.2009 έως 31.8.2012 το ποσό των 25.935 ευρώ κατά στρογγυλοποίηση (1.350 ευρώ ανά μήνα, μείον 629,59 ευρώ μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε με την υπ’ αριθμ. 1.114/4.5.2010 απόφαση του Προϊσταμένου της Α’ Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης του Ο,Α.Ε.Ε, =720,41 ευρώ επί 36 μήνες = 25.935) και για το χρονικό διάστημα από 1,9.2012 έως 31,12.2017 το ποσόν των 46,106 ευρώ κατά στογγυλοποίηση (1350 ευρώ ανά μήνα. κατά τα προεκτεθέντα, μείον 629,59 ευρώ η μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε, =720,41 ευρώ, επί 64 μήνες,= 46.106.24 ευρώ) και συνολικά 74.741 ευρώ, κατά τον εν μέρει βάσιμο ανωτέρω λόγο της κρινομένης εφέσεως.

19.Επειδή, με την κρινόμενη έφεση δεν προβάλλεται άλλος λόγος σχετικά με την τοκογονία της εν λόγω οφειλής και τον χρόνο καταβολής της (εφάπαξ ή κατά δόσεις) και συνεπώς οι απαιτήσεις του εκκαλούντος διαμορφώνονται ως εξής: Α) για μεν την από 22.6.2012 αγωγή στο συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ (100.000 για ηθική βλάβη και 100.000 ευρώ για την αυτοτελή αποζημίωση) που είναι καταβλητέο εφάπαξ, Β) για δε την από 29.8.2012 δεύτερη αγωγή του επί πλέον των επιδικασθέντων 344.253 ευρώ για αποκλειστικές νοσοκόμες με την 514/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, 26.280 ευρώ (370.533- 344.253, βλ. σκέψη 15) στο συνολικό ποσό των 484.992 ευρώ [370.553 ευρώ για αποκλειστικές νοσοκόμες + 980 ευρώ (όπως επιδικάσθησαν με την 514/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) + 38.738 ευρώ για διάφορες δαπάνες (όπως επιδικάσθησαν με την 514/201.6 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) + 47.700 ευρώ επί πλέον των επιδικασθέντων με την 514/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου 27.041 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του (74.741-27.041, βλ. σκέψη 18], εκ του οποίου τα ποσά των 233.640 ευρώ (βλ. σκέψη 15) και 46.106 ευρώ (βλ. σκέψη 18) και συνολικά 279.746 ευρώ που ανάγονται στο μέλλον, ήτοι στο χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της αγωγής (1.9.2012 έως 31.12.2017) θα πρέπει να καταβληθούν κατά τα γενόμενα πρωτοδίκως δεκτά σε 64 δόσεις, ήδη η κάθε μία 4.371 ευρώ κατά στρογγυλοποίηση, το δε υπόλοιπο ποσό των 205.246 ευρώ (484.992 μείον 279.746 ευρώ) θα καταβληθεί σε εφάπαξ κεφάλαιο. Μετά από αυτά η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να μεταρρυθμισθεί αναλόγως η εκκαλούμενη απόφαση, ενώ τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει ήττας και νίκης αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ’του Κ.Δ.Δ.),

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται εν μέρει την έφεση,

Μεταρρυθμίζει την 2236/2014 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης,

Υποχρεώνει το εφεσίβλητο νοσοκομείο να καταβάλει στον Θ. Γ. για την αναφερόμενη στο ιστορικό αιτία, μαζί με τα επιδικασθέντα από την 514/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το συνολικό ποσό των εξακοσίων ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα δύο ευρώ [684.992 ευρώ (200.000 + 484.992 ευρώ)]. Η καταβολή του εν λόγω ποσού πρέπει να γίνει ως εξής: α) όσον αφορά το ποσό των τετρακοσίων πέντε χιλιάδων διακοσίων σαράντα έξι ευρώ [405.246 ευρώ (200.000 + 205.246 ευρώ)] σε εφάπαξ κεφάλαιο νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως, εκ του οποίου το μεν ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από τις 22.6.2012 έως την ολοσχερή εξόφληση, ενώ το υπόλοιπο ποσό των διακοσίων πέντε χιλιάδων διακοσίων σαράντα έξι (205.246 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από τις 30.8.2012 έως την ολοσχερή εξόφληση, β) όσον αφορά το ποσό των διακοσίων εβδομήντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων σαράντα έξι ευρώ (279.746 ευρώ) σε εξήντα τέσσερεις (64) μηνιαίες δόσεις των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ (4.371 ευρώ) καταβλητέες την 1η ημέρα κάθε μήνα από 1.9.2012 έως 31.12.2017, νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως από το ληξιπρόθεσμο της κάθε δόσης έως την ολοσχερή εξόφληση αυτής.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδο μεταξύ των διαδίκων.

Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα μέρους του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους είκοσι (20,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 10-2-2016 και 2- 3-2016 και δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού στις 28-4-2016